Για την ποίηση έχω πάντα έναν ακοίμητο έρωτα

Public

Για την ποίηση έχω πάντα έναν ακοίμητο έρωτα

Για την δική μου ποίηση εχω την ηδονή της γραφής

Για την μοίρα εναν αλήτη σαρκασμό

Και για την λήθη τελεία μιαν αδιαφορία

Για το θάνατο σφυρίζω με σκοπό

Θα με νικήσει αλλά δεν μου το μολογώ

Κι αν με νικήσει δεν θα μαι κει να μαρτυρώ

_______________________________

Για την ποίηση έχω πάντα έναν ακοίμητο έρωτα

Για την δική μου ποίηση εχω την ηδονή της γραφής

Για τη δική σου την ηδονή της ανάγνωσης

Για την μοίρα εναν αλήτη σαρκασμό

Για τον Έρωτα έναν που μένει καημό

Και για την λήθη τελεία μιαν αδιαφορία

Για το θάνατο σφυρίζω με σκοπό

Θα με νικήσει αλλά δεν μου το μολογώ

Αφού σαν νικήσει δεν θα μαι κει να μαρτυρώ

Για όμηρος τάχα κινάς

Για όμηρος τάχα κινάς μα η ζωη

αλλιώς σου δείχνει και μηνά

Ποιητική να κάνεις μπορείς

Και ως σιντ κόρμαν αλλά κι ως ιμαζιστής

οι κορμοράνοι θλιμμένα κοιτούν

και ψάρια καταπίνουν ως να μεθούν

και σαν οι άνθρωποι φαλακροκόρακες τους λεν

θλιμμένα κράζουν κι αντιλεν

καρβουνιάρηδες και καραφλοί !

Ω στην ζωή βουτώ κι ας είν’ η λίμνη φυλακή

___________________________________________________________________


Καθώς γυρνούσα μέσα στους δρόμους της Ακρόασης και της Ανάγνωσης

πλάνητας Δερβίσης Μεθυσμένος

Έστρεψα τόσο πολύ το γούστο ώστ’ ακουγα τις φωνές

ξένες σαν εμπαθής σάτυρος και σατανάς

ώσπου σαράντα χρόνια δίαιτας μετέστρεψαν τα γούστα μου ξανά

κι ακούω τώρα τις φωνές σαν να μουν Γκάντι Μάρξ Χριστός μα πάντα φουκαράς

σαν να μουν

Δυο στοχασμοί Δυο καημοί στου δρόμου μου επάνω το στρατί ξεφύσηξα τον πρώτο να σκεφτώ βγήκε κι ο άλλος με καημό

———————————————————————————————————–

Καθώς γυρνούσα μέσα στους δρόμους της Ακρόασης και της Ανάγνωσης πλάνητας Δερβίσης Μεθυσμένος

Έστρεψα τόσο πολύ το γούστο ώστ’ ακουγα τις φωνές ξένες σαν εμπαθής σάτυρος και σατανάς

ώσπου σαράντα χρόνια δίαιτας μετέστρεψαν τα γούστα μου ξανά κι ακούω τώρα τις φωνές σαν να μουν Γκάντι Μάρξ Χριστός μα πάντα φουκαράς

—————————————————————————————————————-


Πως θα ταν να τα παρατά κανείς όλα για να χυθεί στην ερημιά στον έρωτα των κίτρινων λόφων και των ευκάλυπτων επάνω απ τη θάλασσα

Πως θα ταν αραγε να αρκούν οι στίχοι για ν αντέξει τη μοναξιά

πως θα ταν αμετάκλητα να εγγράφεται στο τεφτέρι ενός πρωθύστερου θανάτου και ν’ αντέχει

Κι απάντησε η Σίβυλλα

“Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis vidi in ampulla pendere, et cum illi pueri dicerent: Σίβυλλα τί θέλεις;

Κι απάντησε η Σίβυλλα

respondebat illa: ἀποθανεῖν θέλω.

Κι αυτός ο μέγας Θάνατος στο μέτρο ου ανθρώπου

Ρωτήσαν μια γιαγιούλα πως ταχα ήτανε η όψη του Θανάτου

κι απάντησε κείνη Πώς είναι σαν πεινάς πολύ και θές το πολύ, ψωμί να φας;

πώς είναι να διψάς πολύ κι ένα ποτήρι δροσερό νερό να λαχταράς;

πώς είναι σαν πολύ νυστάζεις και θέλεις σου πολλά, γλυκά να ξαποστάσεις ;

Eτσι γλυκά και γνέφει μου ο Θάνατος Έτσι και μοιάζει μου πως θέλω ν’αποθάνω

__________________________________________________

Βασισμένο στο παρακάτω κείμενο από την Σελίδα του Θανάση Δρατζίδη στο facebook:

«Φίλος είχε ρωτήσει την ετοιμοθάνατη ενενηντάχρονη και βάλε γιαγιά του: Γιαγιά, πώς είναι να πεθαίνεις; και η γιαγιά του είπε:πώς είναι όταν πεινάς πολύ και θές να φας μια φέτα ψωμίπώς είναι όταν διψάς πολύ και θες να πιεις ένα ποτήρι δροσερό νερόπώς είναι όταν νυστάζεις πολύ και θέλεις να κοιμηθείς λιγάκι, έτσι θέλω κι εγώ τώρα να πεθάνω.»

Αιθάλη

Είναι περίπλοκος ο κόσμος και μέσα στη καθημερινή του πάλη

το μέτρο χάνουμε μεθυσμένοι απ’ την αιθάλη

Σκύβουμε πάνω απ τα γραπτά το νόημα του να βρουμε σε βαθιά

σαν μια προσωπική στην ουσία ξύνουμε πληγή

κι όταν το πρόσωπο κοιτούμε στον καθρέπτη

νάρκισσοι θαμπωμένοι πικρά ξεχνούμε τον κόσμο ικέτη