Για την μισανθρωπία

Για την μισανθρωπία 
 
Είδα το Θάνατο αδιόρατα σήμερα
Είχε κάτι από το ελαφρύ τρέμισμα του φόβου
δρολάπι που σε πρόλαβε στο δρόμο
Τον κοίταξα για μια στιγμή να με νικά
Σε μιαν έρημη αλέα που ακτινοβολούσε
Την ξηρασία της μοναξιάς
 
Γύρισα το βλέμμα μου γρήγορα
Και έκανα πως δεν είδα
Το τελώνιο που στέκονταν πάνω μου
 
Τα μαλλιά της πιστακίας μαρμάρωσαν
Τις στιγμές και ένα χοντρό δάκρυ ιδρώτα
Που μύριζε τον αρχέγονο φόβο μου
Κύλισε από το φαιδρό μέτωπο
Στο ανυποψίαστο μάγουλο.
Η στιγμή τελείωσε μες στη μασκαράτα
Της συγκυρίας.
 
Σιχάθηκα τη δειλία μου και ήθελα
Να αυτοχειριαστώ,
( μου συμβαίνει επτά φορές την ημέρα)
 
Μετά σιχάθηκα όλα τα εγκλήματα
που οι Άνθρωποι διαπράττουν και
Δεν έχουν το ηθικό σθένος
Να ομολογήσουν
ή να τιμωρήσουν
 
Σιχάθηκα τον φαιδρό εαυτό μου
Που θαύμαζε εκείνη την
Ευθυτενή νεαρή γυναίκα
Με την ελαφρώς γαμψή μύτη
Την λεία επιδερμίδα
και το γλυκύ χαμόγελο
Σιχάθηκα που
Σκέφτηκα και σκέφτομουν
πως ήθελα να την εκμαυλίσω
 
Ρητορικά καταδικάζω με αποτροπιασμό
Αλλά πόσες φορές δεν βρέθηκα
στη δίολκο του αποτρόπαιου
εκών άκων
εκκινούμε στα σκοτεινά
και γονυπετείς παρακαλούμε την
αποφυγή της τραγωδίας
που είναι σύμφυτη
 
πώς να οδηγηθώ μακριά
από μια μισανθρωπία
της οποίας δεν γνωρίζω
αν το κριτήριο της εξαίρεσης τηρώ.
Φοβούμαι και προσεύχομαι
και την ίδια στιγμή
μου είμαι απεχθής που το κάνω,
φοβούμαι και προσεύχομαι
προς την κατεύθυνση τους θύματος
αλλά και για το κύκλο της βίας
που ποτέ δε τελειώνει.
 
Κείμενο Στρατής Φάβρος
Συλλογή Τα Σονέτα της Θλίψης
Δεκέμβρης 2014
zakinthos-1947
Advertisements

Και ο Θάνατος δεν θα χει εξουσία καμιά Dylan Thomas

Και ο Θάνατος δεν θα χει εξουσία καμιά
Νεκροί γυμνοί άνδρες θα γίνουν ένα
Με τον άνδρα στον αγέρα και το δυτικό φεγγάρι ·
Όταν λευκά τα κόκαλα τους ανασυρθούν και τα λευκά τα κόκαλα χαθούν,
Άστρα στον αγκώνα θα ‘χουν και τα πόδια ·
Κι ενώ τα λογικά τους χάνουν θα παραμένουν λογικοί
Κι ενώ στη θάλασσα βουλιάζουν θα αναδυθούν ξανά ·
Κι ενώ οι εραστές θα ‘χουν χαθεί η αγάπη θ’ απομένει ·
Και ο Θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία καμιά

Και ο Θάνατος δεν θα χει εξουσία καμιά
Κάτω από της θάλασσας τ’ άγριο τ’ανέμου γύρισμα
Αυτοί που χρόνο αναπαύονταν πολύ, αφύλαχτοι στον άνεμο δεν θα πεθάνουν ·
Στα δεσμά σφαδάζοντας, καθώς παραδίνοντ’ οι κλειδώσεις,
Δεμένοι στο τροχό, και όμως δεν σπουν ·
Η πίστη στα χέρια τους θα λυγίσει στα δυό,
Μονόκεροι δαίμονες που τους τρυπούν ·
Ολότελα σχίστε τους στα δυο κι αυτοί δεν θα ληγούν ·
Και ο Θάνατος δεν θα χει εξουσία καμιά

Και ο Θάνατος δεν θα χει εξουσία καμιά
Δεν θα μπορούν άλλο πια οι γλάροι στ’ αυτιά τους να κλαίν
Η τα κύματα στις ακτές δυνατά να ηχούν ·
Λουλούδι όπ’ άνθισε, να μην μπορεί λουλούδι πια
το κεφάλι να τείνει στης βροχής τις ριπές ·
Τρελοί ας είναι και σαν καρφιά νεκροί
Τα κεφάλια τους τρυπούν τις μαργαρίτες ·
Tον ήλιο κεντούν μέχρι να πέσ’ ο ήλιος,
Και ο Θάνατος δεν θα χει εξουσία καμιά.

Απόδοση Στρατής Φάβρος

And Death Shall Have No Dominion
By Dylan Thomas

And death shall have no dominion.
Dead men naked they shall be one
With the man in the wind and the west moon;
When their bones are picked clean and the clean bones gone,
They shall have stars at elbow and foot;
Though they go mad they shall be sane,
Though they sink through the sea they shall rise again;
Though lovers be lost love shall not;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
Under the windings of the sea
They lying long shall not die windily;
Twisting on racks when sinews give way,
Strapped to a wheel, yet they shall not break;
Faith in their hands shall snap in two,
And the unicorn evils run them through;
Split all ends up they shan’t crack;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
No more may gulls cry at their ears
Or waves break loud on the seashores;
Where blew a flower may a flower no more
Lift its head to the blows of the rain;
Though they be mad and dead as nails,
Heads of the characters hammer through daisies;
Break in the sun till the sun breaks down,
And death shall have no dominion.

της Κυριακής οι αφορμές

της Κυριακής οι αφορμές

κάποιοι ψηλά απ της θέσης τ’ αφιόνι /
σκοτεινά μας μιλούν για της κτήσης τ’αλώνι /

και με ψέματα ρηχά της ζωής απωλέσαν το δίκαιο στίχο /
ρητορείες καμώνονται μα γοργά θα χαθούν στης ιστορίας τον ήχο /

Εχθροί και αυτοί στου λαού την ελπίδα /
το ψέμα μεγάλο μα τα πόδια του κοντά στου χρόνου τη φλύδα

Σεπτέμβριος 2015

 

 

 

Σονέτο XVII Πάμπλο Νερούδα

Σονέτο XVII
Πάμπλο Νερούδα

Δε σ’ αγαπώ σαν ρόδο να’ σουν αλατιού, ή σαν τοπάζι,
βέλη από γαρίφαλα που τη φωτιά πληθαίνουν:
ως αγαπιούνται σ’αγαπώ, πράγματα κάπως θολά,
μυστικά, μέσα απ την ψυχή μα και την σκιά.

καθώς φυτό που τους ανθούς του ρίχνει σ’αγαπώ,
που μέσα του κρύβει το φως εκείνων των ανθών,
και χάρις στον έρωτά σου σκοτεινό μες στο κορμί μου ζει
άρωμα κυκλωτικό που απ’ το χώμα έχει βγεί

Σε αγαπώ μην γνωρίζοντας το πώς, ούτε το πού μήτε το πότε,
σε αγαπώ ευθέως δίχως προβλήματα και δίχως περηφάνια:
έτσι σε αγαπώ γιατί δεν ξέρω με άλλον τρόπο ν’αγαπώ,

παρά μ’ ετούτον τον τρόπο όπου δεν Είμαι μήτε Είσαι,
τόσο κοντά που το χέρι σου πάνω στο στήθος μου είναι το δικό μου
τόσο κοντά που τα μάτια σου κλείνουν με τ’ονειρά μου.

Απόδοση Στρατής Φάβρος

SONETO XVII

No te amo como si fueras rosa de sal, topacio
o flecha de claveles que propagan el fuego:
te amo como se aman ciertas cosas oscuras,
secretamente, entre la sombra y el alma.

Te amo como la planta que no florece y lleva
dentro de sí, escondida, la luz de aquellas flores,
y gracias a tu amor vive oscuro en mi cuerpo
el apretado aroma que ascendió de la tierra.

Te amo sin saber cómo, ni cuándo, ni de dónde,
te amo directamente sin problemas ni orgullo:
así te amo porque no sé amar de otra manera,

sino así de este modo en que no soy ni eres,
tan cerca que tu mano sobre mi pecho es mía,
tan cerca que se cierran tus ojos con mi sueño.

 

τα ρούχα τα παλιά

Τα ρούχα τα φθαρμένα τα ρούχα τα παλιά τα ρούχα τα Θλιμμένα

που σε κρατήσανε ζεστό στην μαύρη νύχτα μέσα τη μαύρη μοναξιά

Πως τ’ άφησες άκαρδε τα ρούχα τα παλιά τα φορεμένα ρούχα

Μονάχος φίλος ήτανε τα ρούχα τα παλιά τα ρούχα τα Θλιμμένα

κείνα και των παιδιών η ανάμνηση γλυκιά στην παγερή σου μοναξιά

Μια βαλιτσούλα απόμεινε, κείτονται τώρα κει κρύα παρατημένα

Τα ρούχα που ζεσταίνανε τα ρούχα τα παλιά αχ τα φθαρμένα ρούχα

Που φυλαχτό σε είχανε και σε χαϊδολογούσαν τα ρούχα τα Θλιμμένα

τα ρούχα που μύρου ευωδιά είχαν τον ίδρωτα σου τα φορεμένα ρούχα

Πως τ’ άφησες άκαρδε τα ρούχα τα παλιά τα πονεμένα ρούχα

Τραγούδι μείναν στην καρδιά τα ρούχα τα παλιά αχ τα ακριβά τα ρούχα

Μαθιός Θαλασσινός Φεβρουάριος 2017

 

Ήταν μια εποχή στην άκρη της μοναξιάς

Ήταν μια εποχή στην άκρη της μοναξιάς
Καθόμουν κάθε βράδυ κι αφουγκραζόμουν
το χτύπημα του αγέρα όπως έμπαινε μανιασμένος
στη θάλασσα άκουγα γόους μακρινούς
σκηνών που δεν έζησα

πονούσε η γη αβάσταχτα
και τα μοιρολόγια ξεπρόβαλαν
ολοένα ανόητα
σαν μια ανούσια εκζήτηση

η θάλασσα η άσβεστη
πεινασμένη θάλασσα
δεν είχε χορτάσει
ακόμη από πτώματα

Είχε αρχίσει αυτή η μοναξιά
να μου γίνεται συνήθεια
καθώς συνοδεύονταν από
ένα διαρκές παραμιλητό
για πράγματα που ποτέ δεν θα λέγονταν
και που κρύβαν στο κόρφο τους
την οίηση της αλήθειας

Είχα μέσα μου χρίσει στέρεη μιαν απάτη
Αυτή ήταν η ανάγκη μου

Κι ο έρωτας που κατοπινά έλαμψε
για μια στιγμή στον ορίζοντα
σαν μαργαριτάρι που καίγονταν στη μαύρη νύχτα
ένας φυσικός σπασμός μια ακούσια διαφυγή
από αυτό το θαλάμι θανάτου

Στρατής Φάβρος
Αφροδίτες Φεβρουαριος 2016