Γνώριμη αίσθησις επέστρεφε συχνά και μέ παιρνε,
μυστήρια αίσθησις ολοένα επέστρεφε και μέ παιρνε

Δεν υπάρχει δίκαιη πράξη σε αυτή την πουτάνα ζωή
προσποίηση σε άξονες ρητορικούς για το κομμάτι το ψωμί,
εδώ οι σπίνοι τρώγονται μεταξύ τους για ένα σπυρί

Τη γλώσσα μου διαρκώς νιώθω δεμένη
από ένα γόρδιο σπάγκο σφιγμένη
είναι η μογιλαλία αυτή γύρω
κι επάνω μου και με κρατεί
κι ότι να λέω σβησμένο χαρτί
ο φόβος είναι που με νουθετεί
τον λέν αλήθεια πολιτισμό
η είναι πιο σύνθετο πιάτο μ’ ισμό

το τέρας που γρίφους μου βάζει θαρρώ
κείνο το τέρας και εγώ ο Οιδίπους
στης ζήσης ολοένα τους άγνωρους κήπους
τα μάτια μου βγάζω στου τέλους τους γρίφους

 

Στρατής Φάβρος

Μάρτιος 2017

 

 

 

 

 

Advertisements

Karyotakis-Polydouri: The Tragic Love Story’ poetry translated by Manolis Aligizakis

via ‘Karyotakis-Polydouri: The Tragic Love Story’ poetry translated by Manolis Aligizakis

ιδιωτικής παραμυθίας

Στεκότανε παράμερα κειδά τώρα θλιμμένος
που το καλό απ’ το κακό πάλι δεν εξεχώρει
κι ας ήτανε που βούλιαζε στους χάρτες του καράβια
για τη στιγμή που θάρχονταν και θα ταν καπετάνιος,
της βούλησης και της στιγμής και δεν θα ξαστοχούσε
να ορμηνέψει για καλό, να προφυλάξει στο κακό
Τίποτα δεν του μάθανε τα τόσα του τα λάθη
τον βρήκαν μεσοπέλαγα με όλα του τα πάθη
να στέκει να παραμιλά και με τα τα λόγια μόνον
της τέχνης της θλιμμένης του απόφαση να πάρει
ποια θα τανε τα άριστα ούτε κι αυτό θαρρούσε
Καθότανε και μέτραγε, ξεμέτραγε αιώνες
πως ήταν ίδιοι πάντα οι καιροί μ’αφεντικά
και σκλάβους, μόν’ αλλάξαν τώρα κοντά
τα σχήματα κι οι όροι, και πάντα θα πεθαίνουνε
οι σκλάβοι κάθε μέρα, κι οι αφεντάδες
μια φορά μέσα στες ηδονές τους
έπεσε μέσα του κι αυτός στη λύπη και στο κλάμα
βάμμα μπλαβί είν΄η ζωή κι ο θάνατος σε βγάνει
στην πόλη π’ όλοι όμοιοι σανίδα ξαπλωμένοι
το επιμύθιο λοιπό ετούτο φύλαξε το
δημοκρατία δεν θωρείς πριν σε ξαπλώσουν τάβλα

 

LAIKOS

Δυο ποιήματα

Ρίγη σου στέλνω μοναξιάς
στις άδειες κείθε από διαβάτες
της επαρχίας αλέες
σε παγωμένες γέφυρες και σε στενά
πάνω απ’ τις ψυχρές των τρένων τις γραμμές
βράδια Σαββάτου

είναι το δίχτυ μοναξιάς
πoυ σκοτεινό απλώνετ’ ολοένα

κι γω σαν πάντα μοναχός
με ρήματα σπασμένα να μιλώ
που ταξιδεύουν δίχως συντροφιά ή άλλ’ αυτί

απ’ της ζωής το πικραμένο ολήμερο γινάτι

 

 

Χαράματα μόνος στην πρωινή του βοριά ερημιά
μια συμμορία από γατιά
τρέχουν και βρίσκουν μια φωλιά
στην ζέστη κάτ’ απ’ τ’ αυτοκίνητο
ζέστη δίχως επίδομα, πρόνοια απ’ το βίωμα

Τι να σκεφτώ ; Ποια σχολή να εφαρμόσω
στης εικόνας την ανάλυση ; παιδεμός κι εγκατάλειψη
κηπουρός μπερδεμένος σαλός πεσμένος
γνωρίζω δεν γνωρίζω ζωή και θάνατο
αν άμφω δεχτώ στης λησμονιάς τον κάματο

Ω έπεα μύθοι στρεβλά ακατάβλητα
σύννεφα όνειρα πορεία και σήμερα
δεν υπάρχει το σήμερα δεν υπάρχει το χθές
τρέχω σε βρόχο και δεν φτάνω ποτές

 

 

734895_10151345479667348_1514105629_n (1)

Charles Corbet, Melancholia, c. 1910, autochrome 8,5×10

Ο Χρόνος που περνά

Ο Χρόνος που περνά, ο κοινός χρόνος ο χρόνος που μετρά
κι ο χρόνος ο δικός μου, που δίχως το γεγονός ν΄αλλάζει κυλά,
ν’ αναζητώ δεν μου ζητά,να υπομένω να στοχάζομαι
κι αγάπη να φθέγγομαι με κάνει σιωπηλά
έρωτα κι υπομονή για το κόσμο κεί έξω που πονεί κι είν΄αυτή μόνη πραγματικότητα στου σύμπαντος την εκκωφαντική σιγή.
Ο κόσμος έξω μεταβάλλεται εντός μου και φιλεί.
Κόσμε φίλε Κόσμε των ματιών μα της εμπειρίας και,
Κόσμε της γνώσης της αμαρτίας και,
το Χρόνο που κυλά τίποτε δεν τον αλλάζει κι ο Κόσμος το χρόνο που τα γεγονότ’ αψηφά κι ολοένα νέα σύνορα χαράσσει ξανά
Ο θάνατος θα ρθεί μια στιγμή μα με τίποτε δεν θα μοιάζει μικρή κι ο Κόσμος η Τετρακτύς, ποτές δεν θα χαθεί παρεκτός, με του Κόσμου μου το τέλος, της εμπειρίας Κίρκης, μικρή, με μιαν βύθιση σιγή παρά μ’ οιμωγές ή του κόσμου ανερμήνευτους γόους κραυγές
Ω κόσμε Ω σιγή

Καλή Χρονιά Φίλοι καλοί
κι εχθροί ορκισμένοι ή φανταστικοί

 

Poetry Aesthetic Ethics – Η Ποίηση ως Αισθητική ηθική ( Από την ποίηση ως το τέλος της γλώσσας )

Poetry Aesthetic Ethics – Η Ποίηση ως Αισθητική ηθική
( Από την ποίηση ως το τέλος της γλώσσας )
Μια απόπειρα προς μιαν Αναρχική ποιητική Πολιτεία

«K᾿ ὅταν τὸ ἐσπέριον ἄστρον
ὁ οὐρανὸς ἀνάπτῃ,
καὶ πλέωσι γέμοντα ἔρωτος
καὶ φωνῶν μουσικῶν
θαλάσσια ξύλα· »
Α.Κάλβος

Η ομάδα είναι ένα αναρχικό ποιητικό κύτταρο, αναπνέουμε έναν διαλεκτικό δημοκρατικό ρομαντισμό. Είμαστε συνεπώς ελεύθεροι να πράττουμε με βάση αυτήν την υποκείμενη αισθητική πολιτική ηθική.

Έχουμε τη θέση ότι η αισθητική ηθική των κειμένων διαμορφώνει συνειδητά ή ασυνείδητα την υποκειμενική αισθητική. Πιστεύουμε ότι ο δρόμος της ποίησης και των κειμένων εν γένει είναι εν τέλει ο δρόμος της αισθητικής ηθικής μας. Δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο από ανάγνωση και επιστροφή. Δεν υπάρχουν άλλες φιλοδοξίες πέραν του να απολαμβάνουμε ενίοτε τα κείμενα ακροαματικά

Η ομάδα έχει επίσης ξεκάθαρη πολιτική θέση αλλά αυτή χάνεται μέσα στην αγωνία να βαθύνουμε την αναγνωστική και ποιητική εμπειρία μας να στοχαστούμε την ολιστική θέση των ποιητικών κειμένων και στο πως αυτά διαμορφώνουν την αισθητική ηθική μας.

Πήλινα παιχνίδια του χρόνου, με πνοή και έρωτα, διακινούμε τις ελαφρές αυταπάτες μας ως το τέλος της ύπαρξης.
Μας παρακινώ να αφεθούμε στην ποίηση και το βίωμα της.

Θα ήθελα να παρακαλέσω τους νέους φίλους της ομάδας να διαβάζουν τα κείμενα που συνοδεύουν τη φωτογραφία του γκρουπ για να ενημερώνονται για τις αισθητικές αρχές που διέπουν το ποιητικό βίωμα που μας εμπνέει.

Είναι φυσικά δεκτές αντιγνωμίες και προτάσεις. Παρακαλώ τέλος να μην υπερβάλλετε στον ενθουσιασμό της στιγμής με πλήθος αναρτήσεων σας ώστε να μην καταργείται η δυνατότητα όλων να εκφραστούν.

Στρατής Φάβρος – Η Ποίηση ως Αισθητική Ηθική –

Μα είν’ καλύτερα στ’ άστεα του Kόσμου;

Οι Ποιητές για την ποίηση μόνον μιλούν
ή πως οι ποιητές έπρεπε ναναι ιστορούν
οι ποιήτριες παντά σχεδόν μιλούνε για φιλιά
και πως η έξαψη την ύπαρξη καλύπτει στα ρηχά

οι εκδότες φιλικά ο ένας την πλάτη χτυπούν τ΄αλλουνού
όλοι είναι ποιητές, της αυτοέκδοσης γίνεται παντού
κι όσοι δεν είναι ποιητές μ’ Εγώ προφέρονται,σέλφι πορνό
Σύννεφα από λεκτικές πορδές αφασία και παραμιλητό Εγώ

μάρκετινγκ για τέχνες ρηχές έξαψη κόκκινη
και σκόνη χρυσή σε κώλους πεσμένους στη βάλτο Ζωή
Ω Χρόνε Ω ήθη της μικροαστικής Ουτοπίας
Ιανού Παμπλικ και Πατάκη χορωδίας

πιο βαρετά απο διαφημίσεις ή δελτία των 9
λειτ ναιτ σοου με δημάρχους αρουραίους
γυμνασμένους ωραίες κυρίες, σέξι κι ωραίους
τρας ηδονοβλεπτικός πειρασμός με anchormen χυδαίους

Μα είν’ καλύτερα στ’ άστεα του Kόσμου;
στα μπανάλ παραδειγματα της ταιμ σκουεαρ
των 750 δολαρίων πάρτυ του Προέδρου
Κόρης ανυπόφορης και του Γαμβρού γλυμμένου;

αδυσσώπητη μοίρα το βάρος της λήθης
Φυγή στη σαγήνη, στων κειμένων τη δίνη
στη ράχη του χρόνου της πράξης το χρώμα
δεν υπάρχει σωτηρία σε γραμμεν’ ιστορία

Ω αδελφοί κι όμοιοι πάντες υμείς
Πλεμπάγια εσείς περιούσια, μεταξωτές κλανιές
σβήστε με τώρα απ το χάρτη του κόσμου
δεν αλλάζει η μοίρα με βάρη του κόσμου