στέκει θλιμμένος

Στέκει θλιμμένος δίχως
να καταλαβαίνει απορημένος
ή θα λεγες καταλαβαίνει
γι αυτό θλιμμένος;
 
O δον Κιχώτης δίχως στολή
με δίχως τόπο δίχως φυλή
απ’ όλα ξένος και δίχως
θάρρος παρατημένος
 
ο θάνατος θα ναι που τον καλεί
σε αλώνια όχι δεν τον καλεί
γλυκά του λέει και του λαλεί
 
θάνατος είμαι μα μη σε μέλει
θάνατος είμαι για σένα μέλι
 
ξένοι όλ’ είναι, κι εγώ μονάχα
σου παραστένω και σε φιλώ
 
θάνατος είμαι φίδι και χάδι
ζωή που σκίστηκες λεπτό μαγνάδι

 

 

Advertisements

Αγκάλιασέ με

Αγκάλιασέ με, εν’ άγαλμα είμαι
δεν θα σε βλάψω
δεν θα κρυώσεις
δεν έγινα ποτέ ζωή
δεν έγινα αίμα στις αρτηρίες 
ακίνητη στέκω στη μνήμη
ένας περίπατος στο δείλι
με την υποψία του έρωτα
ένα περίπατος που για μένα
γίνηκε δωμάτιο χαράς
γίνηκε τόπος

Αντίο

πως αφεθήκαμε στην φθορά;

 

ήμασταν τόσο
φωτεινές
ελπίδες
σαν παιδιά
πως αφεθήκαμε 
στην φθορά;

Δεν τα καταφέρνουμε
αλλά υπάρχει η ανάμνηση
του Έρωτα
κι ασπαίροντας την αναζητούμε

Σαν τη μέλισσα τρυγώ
σ’ αλλά στέκομαι με θαυμασμό
κι άλλα πέρα τα ρίχνω στο γιαλό
μα κείνο που μου γυρίζει το κεφάλι
της συντεχνίας είναι τ αδιόρθωτο το χάλι

Ανθρώπινο είναι δεν πειράζει
να κουβαλάς νερό και να πορδίζεις
μη παριστάς όμως τον παπά
και μου ζητάς και σεβασμό

 

————————————-

ήμασταν παιδιά ελπίδες  τόσο
φωτεινές
πως  αφεθήκαμε έτσι
στην φθορά;

Δεν τα καταφέρνουμε
αλλά υπάρχει η ανάμνηση
του Έρωτα
κι ασπαίροντας την αναζητούμε

 

Σαν τη μέλισσα τρυγώ
σ’ αλλά στέκομαι με θαυμασμό
κι άλλα πέρα τα ρίχνω στο γιαλό
μα κείνο που μου γυρίζει το κεφάλι
της συντεχνίας είναι τ αδιόρθωτο το χάλι

Ανθρώπινο είναι δεν πειράζει
να κουβαλάς νερό και να νομίζεις
μη παριστάς όμως τον παπά
και μου ζητάς το  σεβασμό

 

 

 

 

 

Είχε τρελαθεί

Είχε τρελαθεί, συνομιλούσε
με τον βαθύ του εαυτό τον Θείο Πάνα
το σύμπαν τη μοίρα το Θεό
μονολογούσε στην ιστορία, το αναπότρεπτο
και το μεγάλο της φαλλό, μιλούσε στην Μπέλλω και 
στ΄ απώτατο κακό, μιλούσε στον Βύρωνα
και σ’ άλλον έναν, απ το χωριό,
μαζί ήταν και χώρια μα για καλό,
στο Διγενή μιλούσε στο Δέκα το καλό
στον Μάρξ, στο Μπλε βιβλίο
και στου Σπινόζα την ηθική
ήταν αυτός και άλλοι δέκα ως ποταμός
σε σπιν γυρνούσε σαν κοπετός
κι όλο θαρρούσε κι όλο μιλούσε
και στην απόξω έβγαινε σαν μοναχός
απ’ όλους κι όλα, κι από τον έναν
μα και τον άλλο σε παραπέτα και σε καπνούς
με πολιτσμάνους και χωρικούς
με τον Αντώνη και τον Μαρία
όλα θε ναναι μιαν αβαρία, πέφτουν
τα σύννεφα πέφτουν τα χιόνα
φεύγουν οι άνθρωποι σα χελιδόνια.

__________________________________

 

Είχε τρελαθεί, συνομιλούσε
με τον βαθύ του εαυτό τον Θείο Πάνα
το σύμπαν τη μοίρα το Θεό
μονολογούσε στην ιστορία, το αναπότρεπτο
και το μεγάλο της φαλλό, μιλούσε στην Μπέλλω και
στ΄ απώτατο κακό, μιλούσε στον Βύρωνα
και σ’ άλλον έναν, απ το χωριό,
μαζί ήταν και χώρια καλό το λες μα και κακό,
στο Διγενή μιλούσε στο Δέκα το καλό
στον Μάρξ, στο Μπλε βιβλίο
και στου Σπινόζα την ηθική
ήταν αυτός και άλλοι δέκα ως ποταμός
σε σπιν γυρνούσε σαν κοπετός
κι όλο θαρρούσε κι όλο μιλούσε
και στην απόξω έβγαινε σαν μοναχός
απ’ όλους κι όλα, κι από τον έναν
μα και τον άλλο σε παραπέτα και σε καπνούς
με πολιτσμάνους και χωρικούς
με τον Αντώνη και τον Μαρία
όλα θε ναναι μιαν αβαρία, πέφτουν
τα σύννεφα πέφτουν τα χιόνα
φεύγουν οι άνθρωποι σα χελιδόνια.

 

 

 

 

 

 

Εκδοχές

Δεν μ’ ενδιαφέρει βιβλία να εκδώσω
μήτε με ενδιαφέρει βιβλία μου να προωθώ

Δεν με ενδιαφέρει με τον Αχιλλέα σ’ Ηλύσια
κάποτε Πεδία να δειπνώ, ούτε σιμά 
στου Σολωμού το θρόνο να πατώ

Κουβέντα με τον Σέλλευ τον Πόε τον Σεφέρη
τον Νίκο ή τον Cid δεν θα ξεχνώ να στήνω
και τα βιβλία μου τα παίρνω και τα δίνω

Κείνο που μ’ ενδιαφέρει η ζέστα είν’ τα βράδια του χειμώνα
η κυρά μου να μη με σιχτιρά που δεν έκανα λεφτά
τα καλοκαίρια να χουν λίγη ξεγνιασιά

είμ’ άνθρωπος απλός δίχως φιλοδοξία τζίτζικας σωστός
την ηδονή που μου ταξα να παίρνω,
απ’ την ανάγνωση και τη γραφή και κανα φρούτο ξεχασμένο
βανίλια να μυρίζει ρούσο, λευκό εν’άνθος τρυφερό

 


 

Δεν μ’ ενδιαφέρει βιβλία να εκδώσω
μήτε με ενδιαφέρει βιβλία μου να προωθώ

Δεν με ενδιαφέρει με τον Αχιλλέα σ’ Ηλύσια
κάποτε Πεδία να δειπνώ, ούτε σιμά
στου Σολωμού το θρόνο να πατώ

Κουβέντα με τον Σέλλευ τον Πόε τον Σεφέρη
τον Νίκο ή τον Cid δεν θα ξεχνώ να στήνω
και τα βιβλία μου τα παίρνω και τα δίνω

ζεστή γωνιά στη χειμωνιά εναν γέρο τον κρατά
κι η κυρά μην μουρμουρά που δεν έκανα λεφτά
τα καλοκαίρια να χουν λίγη ξεγνιασιά

άνθρωπος απλός δίχως φιλοδοξία, τζίτζικας σωστός
την ηδονή που μού ταξα να παίρνω,
απ’ την ανάγνωση και τη γραφή

και άμποτε ένα φρούτο ξεχασμένο και λευκό
βανίλια να μυρίζει, ρούσο, εν’άνθος τρυφερό