Μηδείς αlacoste εισίτω !

Μηδείς αlacoste εισίτω !

Για να μαθαίνουν τα παιδιά και να ρωτούνε οι μεγάλοι/

έχασα το καλοκαίρι κι άναψα ένα μαγκάλι/

κι ήρθε μια γριά απ την πολη/

και την ερωτούσαν όλοι/

πως να μαγευτώ γριά/

πλούσιον άντρα ν αποκτήσω;/

μήλα κόκκινα να πάρεις/

μήλα κόκκινα δεμένα δαγκωμένα μαγεμένα /

να σου πω για τη γητειά που νικάει τον σεβντά/

να σου δώκω την μυρτιά που τον έρωτα γεννά/

να σου πω πως τον κυκλώναν μα και πως τον εζαλώναν /

να σου πω για τ’ αλλοτε /

και για τα παράλλοτε /

να σου πω πως τον φυλάνε πως και του γλυκομιλάνε/

να σου δώσω φυλαχτό για να δέσεις το γαμβρό.


Όνειρο μεσημεριού

Είδα ένα όνειρο σήμερα το μεσημέρι, ότι ζούσα σε μια ανοιχτή σπουδαία δημοκρατία όπου όλοι οι πολίτες ευημερούσαν και κανείς δεν ήταν φτωχός και αυτός ήταν καθώς τ’ όνειρο τα εξηγούσε, ο στόχος της σπουδαίας πολιτείας, η ευημερία όλων.

Και κυκλοφορούσαν ωραία μικρά και μεγάλα οχήματα που μετέφεραν τους πολίτες ελεύθερα παντού δίχως να ρυπαίνουν το περιβάλλον κι η πόλη ήταν καθαρή και τα κτήρια ήταν όλα στο μέγεθος του ανθρώπου, λάτρευαν στην πολιτεία την αρχιτεκτονική τη μουσική το θέατρο λάτρευαν να διασκεδάζουν σε ανοιχτά θέατρα και σε δημόσιες συναυλίες. Η πολιτεία καθώς εξηγούσε η αφήγηση στ’ όνειρο μου ήθελε ν’ ακούει την βούληση των πολλών και δεν την πείραζε που αυτό προκαλούσε έριδες γιατί δεν είχα για κακό τη δημοκρατία και τη γνώμη των πολλών αλλά πιστεύαν ότι αυτό ήταν το ορθό, ν’ ακούγονται μάλλον οι φωνές που διαφωνούσαν παρά οι φωνές που συμφωνούσαν. Και πως από μια αρμονία της διαφωνίας θα ξεπηδούσε το ωραίο.

Κι είχαν λέει στη πολιτεία παντού επειδή είχαν μέγα πάθος για την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία γιατί αυτές λέει καθόριζαν τον ορίζοντα και την ελευθερία του πολίτη ωραία δημόσια κτήρια όπου συνέρρεαν οι πολίτες για να συζητήσουν να ακούσουν μουσική και να δούν θέατρο είχαν ωραία Ασκληπιεία όπου πήγαιναν περισσότερο για να εξεταστούν και να συλλογιστούν γιατί καθώς έρωτα είχαν για τη ζωή είχαν φροντίσει στη μεγάλη πολιτεία η Ιατρική και η Ιατρική πρόληψη να είναι προτεραιότητες καθώς ταιριάζαν με της ευημερίας τις αρχές κι έρχονταν από άλλες πολιτείες πολλές να θεραπευτούν και να μάθουν τους λόγους της ευημερίας της πολιτείας.

Είχαν στην πολιτεία ωραία σχολεία με εργαστήρια και τόπους για τους πολλούς μα και τους λίγους σαν μαζεύονταν για να μάθουν και να παίξουν και να συζητήσουν για τη γνώση και με τη γνώση, είχαν ωραίες ακαδημίες γιατί πίστευαν στην αρετή της γνώσης και την καλλιέργεια της είχαν ακόμη ωραία δικαστήρια και ακόμη πιο ωραίες φυλακές γιατί θεωρούσαν ότι αυτοί που διέπραξαν σφάλματα στις περισσότερες περιπτώσεις είχαν την δυνατότητα να επανεκπαιδευτούν στο τρόπο των πολιτών της μεγάλης πολιτείας στο τρόπο της ελευθερίας της ισηγορίας και της ισονομίας και έτσι δεν τιμωρούσαν ποτέ αλλά περισσότερο εκπαίδευαν τους παραβάτες και θεωρούσαν πως από μια παραφορά χάσανε την αλήθεια, υπήρχαν βέβαια πάντα κι οι ανήκεστες βλάβες όπου η έριδα της ψυχής προμήθευε το δράμα.

Είχαν επίσης στην πολιτεία αυτή έρωτα για κάθε τι καινούργιο που εκπήγαζε από την αρετή της γνώσης και της ελευθερίας και τους άρεσε να αφιερώνουν χρόνο και αρετές στην σύνθεση νέων επιστημών τεχνικών και πρακτικών, έρχονταν για παράδειγμα από παντού για να δουν τα επιτεύγματα της πολιτείας στην αγροτική παραγωγή στις ψηφιακές τεχνολογίες στη ενέργεια στην εκπαίδευση στη μουσική στο δίκαιο στην υγεία τη Δημοκρατία και τα δικαιώματα των πολιτών.

Είχαν ελεύθερο χρόνο για να ευημερούν οι πολίτες αφού εργάζονταν λίγο και περισσότερο φιλοσοφούσαν και έγραφαν μουσική θέατρο και ποίηση και οτιδήποτε γράφεται στις ανθρώπινες γλώσσες.

Και καθόμουν κι εγώ σε μια γωνιά ευτυχισμένος και πλήρης από την ευημερία και την αρετή της πολιτείας που διαχέονταν σε μένα μέσα από τους νευρώνες της δημοκρατίας και σκεφτόμουν με μια καθαρή σκέψη αποσαφηνισμένη για τα παραδείγματα της ποίησης που ήθελα να διαβάσω και τα πρώτα που σκέφτηκα πριν ξυπνήσω ήταν οι εκλάμψεις του Ρεμπώ κι ο Βασιλιάς της Ασίνης του Σεφέρη.

Και ξύπνησα με το γλυκύ αίσθημα που σ’ αφήνει η ενατένιση του ωραίου και δίκαιου.

 

 

κι ήταν πόνος

Άκουγε τα κλάματα απ τα ξουθιά
τα ζούμπερα και τα ζουλάπια
που καίγονταν και χάναν το σπίτι τους
και ποιος λόγος θα κινούσε το δίκιο τους
ποιος λόγος θα τους έδινε
πίσω το σπίτι τους και τη ζωή τους
δεν υπήρχε ο λόγος
μα μονάχα ο πόνος
κι ήταν πόνος στον ξύπνιο και τον όνειρο
μέσα στον ήσυχο θάνατο της βιωτής.

Solifugae, Galeodes και παράδοξα κουάρκ

Solifugae, Galeodes και παράδοξα κουάρκ

Η εποχή της μεγάλης φωτιάς ξεκινά από το βορρά

Ο λογοτέχνης δεν γράφει για τον οιονεί αναγνώστη 
αλλά για τον εαυτό αναγνώστη
κείνος που γράφει για το κοινό δεν είναι λογοτέχνης

Δεν είναι μόνο ζήτημα να πούμε
ό,τι πούμε αν πούμε,
ζήτημα είναι να κατανοηθούμε
διότι τότε γίνεται η περίφημη διεπαφή
και από ένα στίχο μια γραμμή
χάμω πεσμένη αιμόφυρτη στη ληθη νικημένη
τότε μονάχα γίνονται τα σύμπαντα
και η ήττα γενετ’ ανάγνωση α-λήθεια

Αυτό που δεν συγχωρείς σε κάποιους δεν είναι ότι είναι μπουρζουάδες και δεξιοί
αλλά ότι θέλουν να μας καπελώσουν το μορφωτικό τους υπόδειγμα.

Οι άνθρωποι δεν κλαιν για τα παρόντα αλλά για τα παρελθόντα.
Κι γι αυτό οι ενήλικες κλαίνε ενώ οι νέοι
δεν μπορούν εύκολα να κλάψουν παρά μόνον στον οξύ τόνο του πένθους.

Κλαίν γιατί είναι μέσα τους πακτωμένο το πένθος για κάτι απροσδιορίστως χαμένο
και με την ευκαιρία αυτό το κατευνασμένο πάθος της λύπης
ξεχειλίζει από τον αποταμιευτήρα των δακρύων.

Έτσι οι νέοι αψηφούν τα διλήμματα και προχωρούν
κι οι γέροι στέκονται μπροστά τους και καταθέτουν τον αποθηκευμένο τους πόνο κλαίνε ναι κλαίνε.
Απ την άλλη όμως οι νέοι γελούν και κάποτε γελούν δίχως να γνωρίζουν γιατί έχουν ανάγκη να ταράξουν την ψυχή μπροστά στην αμηχανία της ύπαρξης.

Χωνεύει λόγο για να γεννήσ’ αιτία
ή θα λεγες
Χωνεύει λόγο για να γεννήσει λόγο
Ω λόγε που σε πατά το Ίνσταγκραμ και το yοutube

Για όλες τις λέξεις που γράφτηκαν,
θα γραφτεί μια τουλάχιστον μεμψίμοιρη κριτική,
προς το παρόν δεν μένει τίποτα,
κι η υστεροφημία μια όμορφη δόξα ,
ο Αχιλλέας ακόμη παραμιλά στον Άδη.

Τι αν;

Τι αν; για να μη σε ταλανίζει αυτό το τι αν και το φέρνεις μπροστά σου ολοένα ακόμη κι αν ξοδεύτηκαν δυο ζωές, να συλλογιέσαι η ζωή γεμάτη πως από δικράνια είναι, όπου καλείσαι να πεις αντίστοιχα ένα ψιθυριστό ναι ή ένα όχι

και πως το αποτέλεσμα ετούτων των ψιθυρισμάτων, είναι η Ζωή, ( και τώρα που σου γράφω γίνετ’ αυτό ολοένα).

Τα ψιθυρίσματα αυτά ενώ γεννήθηκαν ισχνά και φαίνονταν τότε η μόνη λογική λύση, συναρπάσουν με τον καιρό θύελλες από τύψεις ερινύες και πισωγυρίσματα συναισθηματικά, γεννήματα άφευκτα του ψυχικού μας κόσμου.

Και δεν υπάρχει κανείς που να ξέφυγε , να μην τον χτυπά από καιρό σε καιρό το ρεύμα της αμφιβολίας κι οι σκιές των γεννημάτων της ψυχής. Τα ψιθυρίσματα γίναν τώρα σάρκα στο σώμα σου γίναν το σπίτι σου το βιός σου και ο βίος σου. Κείνα τα ψιθυρίσματα σε κύκλωσαν σαν που κυκλώνει ο κισσός.

Τα ψιθυρίσματα γίναν οι συμπαγείς ράγες της ζωής σου που έρχονται να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη. Ζήτω φωνάζουν στη Ζωή βαθιά μέσα απ΄το παρελθόν αρίθμητα ψιθυρίσματα γονιών και προπατόρων.

Ένα μονάχα βρήκα γιατρικό, και στο ψιθυρίζω τώρα δω,
του Δίκιου τη Πειθώ ή το μαγνάδι του έρωτα