Ποιητική ;

IX

Στη μεγάλη εννοιολογική περιπέτεια του Πνεύματος σημασία έχει μόνον η «ηθική» κατάκτηση της Αλήθειας και η διαρκής στοχαστική και εσωτερικά «συνεπής» βιωματική αναζήτηση της κατάκτησής της.

Το ηθικό το δίκαιο και το αληθές κρύβονται στις ανυπόκριτες φόρμες.
Και όχι εκεί που επιτάσσει ο στομφώδης θεσμικός πουριτανισμός,

Ο Θάνατος φαίνεται να είναι ένα γνωσιολογικό όριο,
όλοι συνεπώς τον κοιτούν με μιαν αγωνία,
και υπάρχουν εντούτοις πράγματα
που δεν μπορείς να τα δεχθείς για να μην τον υποστείς.
Είθε η Θεοί να μην σε εισφέρουν σε αυτήν την απέλπιδα θέση.

H γνώση διαβρώνει το κακό,
είναι τελεολογικά αγαθή
σ’ αυτό πιστεύω
Κι όμως μια στάλα κακό
Και μαύρισε η λίμνη της γνώσης
Και δεν υπάρχει ανθρώπου βούληση
Δίχως μια στάλα υποκρισίας
Μια πρέζα φαρισαϊσμού
Μια νύξη υπόγειου ρατσισμού
Βάλτε σεις το όνομα στο κακό.

ΧΙ

Η πίστη είναι κάποτε μια αγαθή νεύρωση. Μια ωφέλιμη αυταπάτη
ή άλλοτε η γενεσιουργός ολοτήτων.

Πόση πίστη περιβάλλει τα γεγονότα και τις «γνώμες μας» γι αυτά;
Πόσο από το υλικό των γεγονότων, είναι αληθής δόξα και πόσο καθαρή πίστη.

Δεν μας το διδάσκει αυτό η παράνοια της ιστορίας η ολιγαρχική της μονομανία
πέρα, καθαρά πέρα από το λογικό και αγαθό δίκαιο των δήμων;

Το σύνολο των εικόνων μας κατασκευάζεται από την απόφαση μας να τις δούμε
Πιστεύω εις μιαν αγία μαγγανεία της πεποίθησης.

ΧΙΙ
Υπάρχει ένας διάχυτος κομφορμισμός της πρωτοπορίας
μια νομενκλατούρα της ποίησης
μια υποκρισία της ειλικρίνειας,
είναι όλα βυθισμένα σε έναν υπόρρητο συντηρητισμό
εκεί που θα περιμέναμε την επανάσταση.
Είμαστε πάντα πειθήνιοι
προσδοκώ μόνον από κείνους που δεν γνωρίζουν
μόνον από κείνους που κάνουν έρωτα δίχως ταυτότητα,
που αυνανίζονται δίχως αιδώ.

Σκέφτομαι την ζωή και τον έρωτα σε ένα
του μυαλού μου Κομπάνι

Στρατής Φάβρος.
Συλλογή Δοκιμές

 

ΥΓ  Άνοιξη 2017

– Δεν διαφημίζω αγαπητοί κι αγαπητές μόνον ψελλίζω
γιατί δεν πουλάω αλλά την τρέλα μου μαδάω
ο τρελός του χωριού σε ένα σοκάκι μιλά
για την τύχη την ζωή τα θεριά

Ο κόσμος όλος μες το μυαλό, να που βουίζει
από του κόσμου όλου το θόρυβο
Ο κυνισμός σου είν’ ειλικρινής
γεμάτος μ’έπαρση μα και βλακεία ατόφια σαν κωμωδία –

 

mac

Advertisements

Emily Dickinson #1695 Μια ερημία το

1
Emily Dickinson
#1695
Μια ερημία του χώρου υπάρχει
Και μια της θάλασσας ερημία
Μια ερημία του θανάτου, Μα αυτές
Κοινωνία συνιστούν μία
Σαν με τον βαθύτερο εκείνο τόπο συγκριθούν
Την πολική εκείνη ιδιωτικότητα
Στον εαυτό της μια ψυχή παραδομένη —
Ορισμένη Απεραντότητα

2
Emily Dickinson
#1695
Μια ερημία του χώρου υπάρχει
Και μια της θάλασσας ερημία
Μια ερημία του θανάτου, Μα αυτές
Κοινωνία συνιστούν μία
Σαν με τον βαθύτερο εκείνο τόπο συγκριθούν
Την πολική εκείνη ιδιωτεία
Στον εαυτό της μια ψυχή κλεισμένη —
Ορισμένη Απειρία

Απόδοση Στρατής Φάβρος

Emily Dickinson
#1695
There is a solitude of space
A solitude of sea
A solitude of death, but these
Society shall be
Compared with that profounder site
That polar privacy
A soul admitted to itself–
Finite Infinity.

Dorothea Lange, No end in sight, 1939

Αναγκαστική Εκτέλεση Lorine Niedecker

Αναγκαστική Εκτέλεση

Πές τους να γκρεμίσουν τους γυμνούς μου τοίχους
τα τσιμεντένια μου θεμέλια
τα μέρη τους ως εξ αυτής
και τη ρήτρα αρπαγής

Να μου αφήσουν τη γη
Να διαγράψουν: τη γη

Μπορούν πρόζα και περιουσία κι οι δυό να σβήσουν
και ειρήνη να μ’ αφήσουν

Απόδοση : Στρατής Φάβρος

Foreclosure

Tell em to take my bare walls down
my cement abutments
their parties thereof
and clause of claws

Leave me the land
Scratch out: the land

May prose and property both die out
and leave me peace

Lorine Niedecker

http://www.poetryfoundation.org/poem/247082

Greek refugees at Aleppo (Photo: Library of Congress)

Ο Διγενής

Ο Διγενής

«Καβάλα πάει ο Χάροντας τον Διγενή στον Άδη,

κι άλλους μαζί… Κλαίει δέρνεται τ’ ανθρώπινο κοπάδι.»

Κωστής Παλαμάς.

Είχαμε καιρό στ’ αλώνια του θανάτου να γυρνάμε

Ήταν πνιχτά και είχε μιαν ηχηρή σιγή νοσοκομείου

Μύριζε υγειονομικά καθαριστικά και κλεισούρα

Φοβόσουνα μη ξεστρατίσουν τα μικρόβια και σιωπούσες

Ο Διγενής στο νεκροκρέβατο μάχονταν πνιγμένος στη μορφίνη

Ένα ύστατο Χαίρε δίχως αντίληψη πια

στην παραίσθηση του πόνου παραδομένος, σ’ανθρώπινο μέτρο

Κι ύστερα κλαίγαν οι γυναίκες που δεν γνωρίζουν

Βουτηγμένες μέσα στην ατέλειωτη λίμνη της θλίψης

με πόνο βουβό πάνω απ’ το τάφο, κι ένα λυγμό μακρόσυρτο.

Στο δημόσιο νεκροταφείο, ήπιαμε καφέ, κονιάκ

και βουτήξαμε ένα παξιμάδι γλυκό,

Σε μια τελετουργία ανόητη.

Θα ξαναγυρνάμε φαίνεται συχνά δω πέρα,

Είναι η εποχή του αποχαιρετισμού,

καθώς μεγαλώσαμε στην επέκταση του προσδόκιμου

ξεχάσαμε ότι άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει.

Μετά η λίγο πριν, θα χαθεί κι ο δικός μας κόσμος, σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Στρατής Φάβρος.

Συλλογή Ασκήσεις Θανάτου
Δημοσιευμένο στο Craftbook 2013

at11 flaneries Ευγένιου Ατζέ,

Η καθαρή αίσθηση των Πραγμάτων Wallace Stevens, 1879 – 1955

Αφού τα φύλλα πέσαν, γυρνούμε
Σε μια καθαρή αίσθηση των πραγμάτων. Είναι σαν
Να φτάσαμε στο τέλος της φαντασίας
Δίχως κίνηση σε μια γνώση αδρανή

Είναι δύσκολο ακόμη και επίθετο να διαλέξουμε
Γι αυτό το παγερό κενό, αυτή τη δίχως αιτία θλίψη
Η μεγάλη κατασκευή, σπιτάκι τόσο δα μικρό εγίνη
Δίχως περιπάτους στριφογυριστούς στα φθαρμένα πατώματα

Το κήπου το σπιτάκι ποτέ τόσο πολύ, επισκευή δεν χρειαζόταν
Η καμινάδα του πενήντα είναι χρόνων και από τη μια πλευρά του γέρνει
Μια προσπάθεια φανταστική έχει αποτύχει, μια επανάληψη
Σε μια ανδρών τε και μυγών επαναληπτικότητα

Η καθαρή του αίσθηση, δίχως αντικατοπτρισμούς, φύλλα
Λάσπη, βρώμικα τζάμια, νερό που μοιάζουν σιωπή εκφράζουν

Τύπου ενός , σιωπή αρουραίου που έξω προβάλει για να δει
Του κήπου η λίμνη η μεγάλη και το από νούφαρα φορτίο, κι όλο αυτό
Γνώση αναπόφευκτη να γίνει έπρεπε στη φαντασία
Καθώς απαίτηση, όπως η αναγκαιότητα που απαιτεί.

Δοκίμιο μετάφρασης Στρατής Φάβρος

The Plain Sense of Things
Wallace Stevens, 1879 – 1955

After the leaves have fallen, we return
To a plain sense of things. It is as if
We had come to an end of the imagination,
Inanimate in an inert savoir.

It is difficult even to choose the adjective
For this blank cold, this sadness without cause.
The great structure has become a minor house.
No turban walks across the lessened floors.

The greenhouse never so badly needed paint.
The chimney is fifty years old and slants to one side.
A fantastic effort has failed, a repetition
In a repetitiousness of men and

The plain sense of it, without reflections, leaves,
Mud, water like dirty glass, expressing silence

Of a sort, silence of a rat come out to see,
The great pond and its waste of the lilies, all this
Had to be imagined as an inevitable knowledge,
Required, as a necessity requires.

——————-
Commentary

We had come to an end of the imagination,
Inanimate in an inert savoir.
To a plain sense of things, We had come

For this blank cold, this sadness without cause.
Yet the absence of the imagination had
Itself to be imagined.

The plain sense of it, without reflections,
Had to be imagined as an inevitable knowledge
Required, as a necessity requires.

thoughTo a plain sense of things, We had come
of this blank cold, this sadness without cause.
Inanimate in an inert savoir.

in an expressive apteness of inexpressivenes
as a necessity that spirals coldness but still warms.
To a plain sense of things,

All else aside!

at5

Φωτογραφία Ευγένιος Ατζέ