To παρελθόν

To παρελθόν διατηρεί στην αλλοίωση της μνήμης κάτι από την αθωότητα την αμετροέπεια την στρέβλωση και την ανοησία της προσδοκίας

Κατ’ουσίαν είναι η ίδια αυταπάτη που μολύνει την ενόραση του μέλλοντος

Μόλις ενστερνιστείς αυτό το μικρό ψήγμα αυτονόητης παραδοχής,

η ζωή σου,

αυτή η ασθμαίνουσα εναλλαγή εμπειρικών δεδομένων που μοντάρονται θολά στη συνείδηση,

αποκτά μια ευχάριστη οσμή ευτυχίας.

Σ. Φαβρος
ανέκδοτοι ποιητικοί στοχασμοί

at2

Advertisements

Walter Benjamin: «Σαρλ Μπωντλαιρ ένας λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού» (ολόκληρο το βιβλίο)

Κριτική Θεωρία

Τα κείμενα του Βάλτερ Μπένγιαμιν για τον Μπωντλαίρ και το Παρίσι του 19ου αιώνα είναι τα κομμάτια που ο εξόριστος στοχαστής είχε προλάβει να ολοκληρώσει (πριν την αυτοκτονία του στις αρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου) από μια ευρύτερη μελέτη για τον ποιητή – που θα αποτελούσε με τη σειρά της υπόδειγμα του μακρόπνοου, ανολοκλήρωτου, έργου του για την ιστορία και τον πολιτισμό της νεωτερότητας. Η ανάπτυξη μιας βιομηχανικής μαζικής κοινωνίας, φαντασμαγορία του εμπορεύματος, η εικόνα του πλήθους στη μεγαλούπολη, οι φιγούρες του μποέμ, του πλάνητα, του απάχη, του δανδή, του ρακοσυλλέκτη, της λεσβίας, το χαμένο φωτοστέφανο του ποιητή, είναι χαρακτηριστικά μοτίβα μέσα από τα οποία ο Μπένγιαμιν δείχνει των Μπωντλάιρ, στα βήματα εδώ του Μπλανκί και του Νίτσε, να επινοεί έναν μοντέρνο ηρωισμό. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

κατεβάστε ολόκληρο το βιβλίο εδώ: walter benjamin Σαρλ Μποντλαιρ 

Δείτε την αρχική δημοσίευση

The Melian Dilemma: Varoufakis, Thucydides and game theory

Varoufakis knows that it can sometimes be rational to appear irrational, including proclaiming a Kantian categorical imperative to do what is right regardless of the consequences for Greece and the rest of Europe – but that only works if everyone takes it at face value.

Sphinx

The Melian Dialogue in Thucydides has been of interest to game theorists since the earliest development of the field; it was discussed on several occasions by John von Neumann, generally accepted founder of this approach, and it appears in the work of a leading game theorist like Thomas Schelling. It’s entirely understandable: the dialogue presents two sides in a high-stakes, zero-sum conflict, pursuing very different strategies with a limited number of possible outcomes, and – if you want to push the boundaries of game theory a bit further, it also offers interesting examples of how each side seeks to anticipate and influence the decision-making of the other, and raises some fundamental questions of rationality. I fully expect to find lots of other examples when I have time to pursue this theme in depth, but for today I want to focus on one case of a game theoretical discussion of the…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 3.092 επιπλέον λέξεις

Ezra Pound KANTO I

Ezra Pound
KANTO I

Μετάφραση: Γιῶργος Σεφέρης

Γιώργου Σεφέρη, Ἀντιγραφές, Ἴκαρος, Ἀθήνα 2005

Σημειώσεις επεξηγηματικές: Π. Δρακόπουλος

Καὶ τότε κατηφορίσαμε στὸ καράβι,1

Κυλήσαμε τὴν καρένα στὴ θάλασσα τὴ θεοτική,

Σηκώσαμε τ’ ἄλμπουρο καὶ τὸ πανὶ στὸ μελανὸ τοῦτο καράβι,

Καὶ τὸ φορτώσαμε μ’ ἀρνιά, φορτώσαμε μαζὶ καὶ τὰ κορμιά μας

Βαριὰ ἀπὸ δάκρυα, κι οἱ ἀγέρηδες ὁλόπρυμα

Μᾶς πῆραν πέρα μακριὰ μὲ τὸ πρησμένο καραβόπανο,

Τῆς Κίρκης τούτη ἡ τέχνη, τῆς καλοχτένιστης θεᾶς.

Τότες καθίσαμε στὴν κουπαστή, κι ὁ ἀγέρας μάγκωνε τὸ τιμόνι.

Ἔτσι ὁλάρμενοι, περνούσαμε τὸ πέλαγο ὡς νὰ τελειώ­σει ἡ μέρα.

Ἀποκοιμήθη ὁ ἥλιος, ἴσκιοι σ’ ὁλάκερο τὸν ὠκεανό,

Καὶ τότες μπήκαμε στὰ πιὸ βαθιὰ νερά,

Στὶς Κιμμέριες χῶρες, καὶ στὶς πολυάνθρωπες πολι­τεῖες

Σκεπασμένες μὲ μιὰ κρουστὴ καταχνιά, ποτὲς δὲν τὴν τρυπάει

Ὁ ἀχτιδοβόλος ἥλιος

Μήτε ὅταν βγαίνει στ’ ἀψηλὰ κοντὰ στ’ ἀστέρια

Μήτε ὅταν σκύβει νὰ γυρίσει πίσω ἀπὸ τὸν οὐρανό·

Νύχτα ὁλόμαυρη τεντωμένη ἐκεῖ πάνω στοὺς ἄμοιρους ἀνθρώπους.

Πίσω τὸ ρέμα τοῦ ὠκεανοῦ, κι ἤρθαμε τότε

Στὸν τόπο πού μᾶς ἁρμήνεψε ἡ Κίρκη.

Ἐδῶ κάνανε θυσίες ὁ Περιμήδης κι ὁ Εὐρύλοχος

Καὶ τραβώντας τὸ σπαθὶ ἀπὸ τὸ μερί μου

Ἔσκαψα τὸ τετράπηχο χαντάκι·

Χύσαμε τότε σπονδὲς στὸν κάθε νεκρό,

Πρῶτα ὑδρόμελι κι ἔπειτα γλυκὸ κρασί, νερὸ κι ἄσπρο ἀλεύρι.

Καὶ προσευκήθηκα πολὺ στ’ ἀδύναμα κεφάλια τοῦ θα­νάτου·

Καθὼς γυρίσω στὴν Ἰθάκη, ἄγονους ταύρους τοὺς κα­λύτερους

Νὰ τοὺς θυσιάσω, πλούτη στοιβάζοντας στὴν πυρά,

Καὶ γιὰ τὸν Τειρεσία μοναχὰ ἕνα ἀρνί, ἕναν κατάμαυρο μπροστάρη.

Χύθηκε τὸ αἷμα σκοτεινὸ στὸν τράφο,

Ψυχὲς ἔξω ἀπὸ τὸ Ἔρεβος, λείψανα πεθαμένων, νυφάδες,

Νέοι καὶ γέροντες ποὺ βασανίστηκαν πολύ·

Ψυχὲς κηλιδωμένες ἀπὸ δάκρυα νωπά, τρυφερὲς παρ­θένες,

Ἄντρες πολλοί, χτυπημένοι μὲ τὶς χάλκινες λόγχες τῶν κονταριῶν,

Σκύλα τῆς μάχης, ἔχοντας ἀκόμη τ’ ἄρματα ματω­μένα,

Τοῦτοι πληθαῖναν καὶ μαζεύουνταν τριγύρω μου, φω­νάζοντας,

Ἄχνα μὲ σκέπασε. Πρόσταξα στοὺς συντρόφους κι ἄλ­λα σφαχτάρια.

Σφάξανε τὸ κοπάδι, ἀρνιὰ σφαγμένα μὲ τὸ χαλκὸ·

Ἔχυσα μύρα κι ἔκραξα στοὺς θεοὺς

Στὸν κραταιὸ Πλούτωνα καὶ στὴν παινεμένη Περσε­φόνη·

Γύμνωσα τὸ στενὸ σπαθί,

Κάθισα γιὰ νὰ διώχνω τοὺς βιαστικοὺς ἀδύναμους νεκρούς,

Ὅσο ν’ ἀκούσω τὸν Τειρεσία.

Ἀλλὰ ἦρθε πρῶτος ὁ Ἐλπήνωρ, ὁ φίλος μας Ἐλπή­νωρ,

Ἄθαφτος, ἀπορριγμένος πάνω στὴ μεγάλη γῆς,

Κουφάρι ποὺ τ’ ἀφήσαμε στὸ σπίτι τῆς Κίρκης,

Ἄκλαυτο κι ἀσαβάνωτο· τὰ βάσανα μᾶς κέντριζαν γι’ ἀλλοῦ.

Ἀξιολύπητο πνεῦμα. Καὶ φώναξα μιλώντας βιαστικά:

«Ἐλπήνωρ, πῶς ἔφτασες στὸ σκοτεινὸ τοῦτο ἀκρο­γιάλι ;

Πεζοδρόμος ἦρθες ξεπερνώντας τοὺς θαλασσινούς;»

Καὶ αὐτὸς βαριὰ μιλώντας :

«Τύχη κακιὰ καὶ τὸ πολὺ κρασί. Γλίστρησα στὸ μέ­γαρο τῆς Κίρκης.

Κατεβαίνοντας τὴν ἀψηλὴ σκάλα ἀφύλαχτος

Ἔπεσα πάνω στὸν τοῖχο,

Τσάκισα τὸ κόκαλο τοῦ αὐχένα, κι ἡ ψυχὴ γύρεψε τὸν Ἅδη.

Μὰ ἐσύ, Βασιλιά, παρακαλῶ θυμήσου με, ἄκλαυτον, ἄθαφτο,

Σώριασε τ’ ἅρματά μου, φτιάξε μου τάφο στὴν ἀκρο­γιαλιά, καὶ γράψε:

Ἕνας ἄμοιρος ἄνθρωπος καὶ μ’ ὄνομα μελλούμενο.

Καὶ στῆσε τὸ κουπί μου ποὺ ἔλαμνα μαζὶ μὲ τοὺς συν­τρόφους.»

Ἦρθε κι ἡ Ἀντίκλεια καὶ τὴν ἔδιωξα, κι ὕστερα ὁ Τει­ρεσίας ὁ Θηβαῖος,

Κρατώντας τὸ χρυσὸ ραβδί, μὲ γνώρισε καὶ μίλησε πρῶτος:

«Ἦρθες ξανά; Γιατί; Κακορίζικε ἄνθρωπε,

Μέσα στοὺς ἀνήλιαγους νεκρούς, στὴν ἄχαρη τούτη χώρα;

Τραβήξου ἀπ’ τὸν τάφρο, ἄφησε τὸ αἱματερὸ πιοτό μου

Γιὰ νὰ μαντέψω.»

Καὶ τραβήχτηκα πίσω,

Κι αὐτὸς δυναμωμένος ἀπὸ τὸ αἷμα εἶπε τότες : «Ὀ­δυσσέα

Θὰ γυρίσεις διαβαίνοντας τὸν πεισμωμένο Ποσειδώνα

Πάνω σὲ μαῦρες θάλασσες,

Θὰ χάσεις ὅλους τοὺς συντρόφους.» Καὶ τότες ἡ Ἀντί­κλεια ἦρθε.

Μεῖνε ἥσυχος Divus. Θέλω νὰ πῶ τὸν Ἀντρέα Divus,

In officina Wecheli, 1538,2 ἔξω ἀπὸ τὸν Ὅμηρο·

Κι ἀρμένισε πλάι σὲ Σειρῆνες κι ἔπειτα πέρα στ’ ἀνοιχτὰ

Καὶ πρὸς τὴν Κίρκη.

Venerandam,3

Κατὰ τὴ φράση τοῦ Κρητικοῦ, χρυσοστέφανη Ἀφρο­δίτη,

Cypri munimenta sortita est4, πασίχαρη, orichalci5

μὲ τὶς μαλαματένιες

Ζῶνες καὶ τοὺς στηθόδεσμους, σὺ μὲ τὰ μαῦρα βλέφαρα

Φέρνοντας τὸ χρυσὸ κλωνάρι τοῦ Ἀργειφόντη6. Ἔτσι

λοιπόν:

1. Το ποίημα δεν έχει αρχή και τέλος: ο ποιητής θέλησε να μοιάζει με σωζόμενο απόσπασμα αρχαίου κειμένου.

2. Ο Andrea Divo (Andreas Divus) ήταν ομηριστής φιλόλογος. Αντίτυπο μετάφρασής του της Οδύσσειας (Homeri Odyssea ad verbum translata, Andrea Divo… interprete, έκδοση του γνωστού με το εκλατινισμένο όνομα παρισινού οίκου Christiani Wecheli, 1538) λέγεται ότι είχε αγοράσει ο Πάουντ από παλαιοπωλείο στο Παρίσι. Στον τόμο περιλαμβάνονταν επίσης η Βατραχομυομαχία σε μετάφραση Άλδου Μανούτιου και Ὑμνοι Ομηρικοί σε μετάφραση Georgio Dartona του Κρητός.

3. Η Αφροδίτη είναι Σεβάσμια, Venerandam, κατά τον ‘Υμνο της (V) που μετέφρασε ο Georgio Dartona ο Κρής.

4. «αυτή που τα οχυρά κατέχει όλης της Κύπρου» (μτφρ Ε.Λαδιά-Δ.Παπαδίτσα), από τον Ύμνο αρ. VI.

5. ορειχάλκινο

6. ο «χρυσόρραπις Αργειφόντης», ο χρυσόρραβδος, ονομασία του Ερμή στην Οδύσσεια ( ε’ 87

Canto I
By Ezra Pound

And then went down to the ship,
Set keel to breakers, forth on the godly seas, and
We set up mast and sail on that swart ship,
Bore sheep aboard her, and our bodies also
Heavy with weeping, and winds from sternward
Bore us out onward with bellying canvas,
Circe’s this craft, the trim-coifed goddess.
Then sat we amidships, wind jamming the tiller,
Thus with stretched sail, we went over sea till day’s end.
Sun to his slumber, shadows o’er all the ocean,
Came we then to the bounds of deepest water,
To the Kimmerian lands, and peopled cities
Covered with close-webbed mist, unpierced ever
With glitter of sun-rays
Nor with stars stretched, nor looking back from heaven
Swartest night stretched over wretched men there.
The ocean flowing backward, came we then to the place
Aforesaid by Circe.
Here did they rites, Perimedes and Eurylochus,
And drawing sword from my hip
I dug the ell-square pitkin;
Poured we libations unto each the dead,
First mead and then sweet wine, water mixed with white flour.
Then prayed I many a prayer to the sickly death’s-heads;
As set in Ithaca, sterile bulls of the best
For sacrifice, heaping the pyre with goods,
A sheep to Tiresias only, black and a bell-sheep.
Dark blood flowed in the fosse,
Souls out of Erebus, cadaverous dead, of brides
Of youths and of the old who had borne much;
Souls stained with recent tears, girls tender,
Men many, mauled with bronze lance heads,
Battle spoil, bearing yet dreory arms,
These many crowded about me; with shouting,
Pallor upon me, cried to my men for more beasts;
Slaughtered the herds, sheep slain of bronze;
Poured ointment, cried to the gods,
To Pluto the strong, and praised Proserpine;
Unsheathed the narrow sword,
I sat to keep off the impetuous impotent dead,
Till I should hear Tiresias.
But first Elpenor came, our friend Elpenor,
Unburied, cast on the wide earth,
Limbs that we left in the house of Circe,
Unwept, unwrapped in sepulchre, since toils urged other.
Pitiful spirit. And I cried in hurried speech:
“Elpenor, how art thou come to this dark coast?
“Cam’st thou afoot, outstripping seamen?”
And he in heavy speech:
“Ill fate and abundant wine. I slept in Circe’s ingle.
“Going down the long ladder unguarded,
“I fell against the buttress,
“Shattered the nape-nerve, the soul sought Avernus.
“But thou, O King, I bid remember me, unwept, unburied,
“Heap up mine arms, be tomb by sea-bord, and inscribed:
“A man of no fortune, and with a name to come.
“And set my oar up, that I swung mid fellows.”

And Anticlea came, whom I beat off, and then Tiresias Theban,
Holding his golden wand, knew me, and spoke first:
“A second time? why? man of ill star,
“Facing the sunless dead and this joyless region?
“Stand from the fosse, leave me my bloody bever
“For soothsay.”
And I stepped back,
And he strong with the blood, said then: “Odysseus
“Shalt return through spiteful Neptune, over dark seas,
“Lose all companions.” And then Anticlea came.
Lie quiet Divus. I mean, that is Andreas Divus,
In officina Wecheli, 1538, out of Homer.
And he sailed, by Sirens and thence outward and away
And unto Circe.
Venerandam,
In the Cretan’s phrase, with the golden crown, Aphrodite,
Cypri munimenta sortita est, mirthful, orichalchi, with golden
Girdles and breast bands, thou with dark eyelids
Bearing the golden bough of Argicida. So that:

Miguel Aun by Ricocca Ono Night and Lights

http://www.epopteia.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=38%3A-canto-1&catid=6%3A2011-04-05-06-27-49&Itemid=66

http://www.poetryfoundation.org/poem/241042