Ξέπνοη καθώς λυσιμέλης, με χορτασμένη τη δίψα για ηδονήγυμνούς τους κάτασπρους μηρούς και τις λαγόνες στ’ ασπρα λινά τυλίχτηκε σεντόνια στην δρόσερη την κάμαρη μέσα στο πύρωμα του εκατόφυλλου μεσημεριού στο καλοκαίρι π’ έσκαγε ο τζίτζικας τ’ οξύφωνο τραγούδι και ένιωθε μιαν ακριβή στιγμή μεστή τη βύθιση στο όλον ρευστό που υπήρχε μυστικά και λέγονταν ζωή

ΑΠΟΓΝΩΣΗ

ΑΠΟΓΝΩΣΗ

Κατακρημνίστικε εντός μου η κλίμακα του χρόνου κι όλη η κλίμακα αξιών που μέ σπρωχνε να μεγαλώνω.

Τώρα άλαλος κοιτώ το μέλλον μου μέσα σε ένα αποτυχημένο κοινωνικό σώμα. Αποτύχαμε, μια κούφια διαπίστωση που δεν λέει τίποτα για τη ζωή.Αποτύχαμε που σημαίνει πως δεν μπορούμε να διασφαλίσουμε τη ζωή.Δίχως μελόδραμα δίχως θλίψη με την πίκρα του θανάτου που στέκει βέβαιος επάνω από τα μελλοντικά μας κουφάρια αποτύχαμε να παράξουμε ζωή με όρους ευημερίας Οι φτωχοί και οι γεροι ζουν άθλια.Οι φτωχοί και οι γέροι πρέπει να πεθαίνουν Είναι ο καπιταλισμός αν δεν το χεις καταλάβει.

Αχ κύριε Κυβερνήτα τι θα σκέφτεστε το βράδυπου γέρον κι αδύναμο ο Xάρος θα σας πάρει

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2018 ΔΑΣΙΚΕΣ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ

Στον δρόμο για την πλατεία

Έχω την φαντασία ότι κάπου υπάρχει ένας κόσμος χωρίς πόνο όπου παίζονται ολημερίς μουσικές που κατοικούν μια χαρούμενη αιωνιότητα, ο κόσμος γυρνά μαγεμένος και η μόνη μας έγνοια είναι να διαβάσουμε ποίηση για να μην αδικήσουμε τον συμπολίτη μας σαν τον χαιρετήσουμε.

Στον δρόμο για την πλατεία υπάρχουν λεύκες και στην πλατεία μια δροσερή πηγή και ένα πλατάνι, με πέτρες είναι στρωμένη η δημοσιά και η πλατεία και το απόγευμα κινούμε για μια κοντινή πλαγιά, όπου στρωμένο ένα θέατρο παλιό μας περιμένει.

Μαθιός Θαλασσινός 2020

η αναφορά μας

Αν κάποιο νόημα έχει η αναφορά μας στους άδικα ή πρόωρα χαμένους ποιητές αυτό είναι ένα χρέος του αναγνώστη που ακόμη ενεργεί, απέναντι στην αλήθεια, ναι στην Αλήθεια Αφού ο χαμένος ποιητής να τανε μπορεί -εννοιολογικά μα και μορφολογικά, στους στίχους του – μακρινός ένας αδελφός της σιωπηλός

Τόσα λόγια γράψαμε

Τόσα λόγια γράψαμε τόσο μελάνι χύθηκε ίσως τα πούμε και ψηφιακά σημεία· στον ποταμότης λησμονιάς για να ριχτούνε, τόσα χέρια τσακίστηκαν απ’ της αδικίας την βία

ίσως να είναι μια νομοτέλεια που τη γραφη μας έγραψε στα υποδήματά της τα παλιά τα έργα μας π’ άφησε ν αυξάνονται σαν κλασματα σαθρά ίσως και να ναι αξεπέραστος αυτός ο λάθος ο ντουνιάς

Δεν με νικάς ρε, Δεν με νικάς άδικε κόσμε που κρατάς Μαύρο γάλα θα πίνω και θα ξερνώ την ήττα σαν παρηγοριά

________________________________________________

με εμπνέει πάντα ο παππούς Σεφέρης με τον λυγμό για τη ζωή που χάθηκε μές τα σεντέφια και τα μεταξωτά και μές στην πένθιμη τρυφή· Ω πως ζωή ν αντέξω δίπλα στην πόνο και την λάσπη αντίκρυ με τις κιτρινες γυναίκες διπλά στην ζωντοχήρα του ναυάρχου