Ο Μπάρμπα Θύμιος ο Βοσκός

2 Ιανουαρίου 2016 ·

Ο Μπάρμπα Θύμιος ο Βοσκός

Σχήματα συναισθήματα, αρετές φιλήματα.
Γιατί η Αρετούσα φοβόνταν τον λύκο; ερωτήματα
Γιατί γύρω απ’ όχι λικνίζονται οι ελπίδες
Του ήχου η σκιά στου ήχου το φως, Ω Ευπατρίδες

Ζητήματα και κρίματα στης μνήμης σκιρτήματα
ένα δυό σε χορό ξεκινώ καταλήγω σε μνήματα
της αυγής δόλωμα της πίστης μου θαλάμι
που κρύφτηκες τρελή που σου μιλώ για αγάπη

Ένα μοβόρο θεριό στο χωριό ξεκάμει χωριανούς
και μές τη λίμνη τη ξερή η ελπίδα φυτρώνει ανθούς
Πέθανε ο μπάρμπα Θύμιος ο βοσκός, ήταν λές τυφλός;
αρχινά της ζήσης το άπλωμα, μαρτυρά ο καιρός

Σώμα Γλωσσικοαισθητικόν 2016

δεισιδαιμονία η μορφή κι η ομορφιά η ίδια

Σκυφτός μέσα στο πελιδνό της λάμπας φως
στοχάζουνταν τα μεγάλα μελλούμενα
δίχως να μπορεί λύση μεγάλη να τους δώσει
κι ούτε θαρρούσε πως καποιος άλλος σ’αλλη θέση
καλύτερη, θα τανανε ίσως μπορετό να τ’ απαντήσει


σκυφτός μέσα στης λάμπας τ’ ωχρό φως
θυμούταν το σχήμα της ομορφιάς
και μόνος του έναν στίχο άφατο πάλευε ν’ αθροίσει
δεισιδαιμονία η μορφή κι η ομορφιά η ίδια
και τίποτες στον κόσμο τούτη τη δεισιδαιμονία δεν περνούσε


σκυφτός μέσα στα μεινεσμένα ρούχα και
του αδύναμου φωτός το κουρασμένο χάδι
συλλογιζόταν τα πολλά μα ήταν λίγα
όλα όσα στ’ Αλήθεια χρειαζόταν
και δεν ήταν η ομορφιά μα μήτε η μορφή


Μα μια μικρή αγάπη ήταν τρυφερή
μόνος καθώς μέσα στο πελιδνό το φως
και τη γεμάτη στίχους ερημία

Σίβυλλα

Σίβυλλα
Once upon a day dreary,
in a December bleak and weary;

H μέρα ήταν μουντή και θλιμμένη
απ’ τον αχό των γεγονότων
και την διάθεση του καιρού,

η σιωπή είχε τον ήχο της θλίψης
και τα νοήματα αδυνατούσαν να διαμορφωθούν,
κόλλαγαν σαν χάντρες ενός χαλασμένου κομπολογιου·

στίχοι στα στόματα μογιλάλων οι εποχές, είχαν ξεφτίσει
από την αίγλη τους αφού το νόημα τους είχε ξεβάψει
κόμποι υδροχρώματος π’ έσταζε στο καμβά της Ιστορίας
που φριχτές φεουδαρχίες φτιάχναν για την ανθρωπότητα

όλα μαύρα όλα δυστοπικά σε ξέπνοες αυγές με ισχνό φως
σαν αναμνήσεις από μυθιστορήματα του Ντίκενς

Η άνοιξη πέθανε.

Δεν ήταν το βάρος της μοναξιάς που έκανε τις ώρες πιο μεγάλες
ήταν η νοσταλγία της τρυφερότητας και η γνώση της ανεπίστρεπτης απώλειας της,


ήταν η θλίψη που συνοδεύει το μοναχικό βίο, η άρρητη διπολικότητα των εποχών, το φυσιολογικό κιτρίνισμα των φύλλων μα με το ψύχος της γνώσης ότι η άνοιξη πέθανε.

Ο φίλος θα πέθαινε, εκείνος θα έμενε προς το παρόν πίσω να θυμάται χοές και σπονδές, κι ο έρωτας είχε εγκαταλείψει τους γκρίζους κροτάφους για άλλα λιβάδια άλλες παρειές.

Η κλωστή στο κέντημα του χρόνου είχε γίνει γκρίζα και με κάθε καινούργια βελονιά έφτανε ολοένα πιο σιμά στον άφευκτο κόμπο.

μουντά πρωινά του χειμώνα

α\

Τελευταία νοσταλγώ τα μουντά πρωινά του χειμώνα
σε μια εστία καίει φωτιά
δεν χρωστάω, δεν έχω να πάω για δουλειά,
στο τζάκι ψήνεται κάτι αλμυρό που έχει την ανάμνηση του γλυκού η παρέα συνάζεται, και το κρασί κοιμάται για λίγο στην κανάτα πριν χυθεί για να αλλάξει τα γεγονότα

_____________________________________________________________

β\

Ο καθένας μας θεωρεί τον εαυτό του πολύ σοβαρό μεσ’ την κρυστάλλινη του γελοιότητα
Πότε θα βρω κείνη την αγιότητα που ξέρει να σέβεται την γελοιότητα
κι αν είμαι βλάκας θα σας πω ευχαριστώ που γλύτωσα απ’ το να είμ’ κακός
εκών κακός είναι ο έξυπνος και πονηρός που θάρρησε το μάτι του θεού πως ξέφυγε
Είμαι ερωτευμένος με τη Λι προτιμώ να μην τ’ομολογήσω
για να χω να παίρνω ηδονή, τι ωφελεί ο ερωτάς μου
στην άρνησή της να χαθεί
Ολοένα γράφουμε τα ίδια πράματα, ανακαλούμε τραύματα,
κλάματα παιδικά και ράμματα για της ψυχής τα θάματα
Λέω να βάλω τελεία μετά το μετανιώνω, κάτι θα αλλάξει στα χρόνια που θα ρθουν