Γράφε/ γράfe/graphe/ grafe

Σκεφτόμουν ότι το απαίσιο δεν μου προκαλεί απέχθεια, γιατί η απέχθεια είναι μια δυνητικά βίαιη στάση, μου προκαλεί όμως ανείπωτη θλίψη και άλγος

Aνήκω σε έναν δρόμο της ήττας όχι γιατί είμαι ηττοπαθής
αλλά γιατί η ήττα είναι εγγεγραμμένη στον βιολογικό μου κώδικα
κάτι μου λέει ότι δεν ξέρω να ζω με άλλο τρόπο έξω από την ήττα

_________________________________________________________________________

Γράφε για όταν θα έχεις πεθάνει
Για όταν θα έχω πεθάνει;
Tι νόημα θα έχουν τα νοήματά μου όταν θα έχω πεθάνει;
Κανένα
Ακριβώς γι αυτό σου το προτείνω
επειδή δεν θα έχουν κανένα
προσωπικό νόημα υπό καμιάν έννοια
Γι αυτό σε παρακινώ να τα μεταθέτεις στο μέλλον
για να έχει μιαν άλλη άγνωρη αξία
ο λόγος που γράφονται σήμερα
Ανέκδοτα έπη αλαργινών ετών

Μια μέρα μετά το θάνατο

Μια μέρα μετά το θάνατο

«When a vast image out of Spiritus Mundi
Troubles my sight: somewhere in sands of the desert»

W.B.Yeats

Τελικά όσο πιο βαθιά πηγαίναμε
τόσο πιο ρηχά μας ξέβραζε
η απελπισία της ανοησίας
βαδίζοντας στην Έρημο του κόσμου
που άλλοι είχαν συλλάβει για μας
βαθιά στο μαύρο του Σρέντιγκερ το κουτί

Με ξερά τα χείλη από την ανυδρία
εντός του βεβαίου θανάτου
από την καυτή θάλασσα
ατέλειωτης άμμου ανοησίας
και των τεράτων που πάντα
σάλευαν μέσα μας

Πλησιάζει Δεκαπενταύγουστο

Πλησιάζει Δεκαπενταύγουστο

και μέσα μου δυο Παναγιές παλεύουν.

Φοράω υφασμάτινο παντελόνι

και σκούρα παπούτσια

ένα γαλάζιο πουκάμισο με ντύνει

εκεί ναι η Παναγιά της πόλης

βουή ακούγεται και σούσουρο

όλοι κοιτούνε τον παπά

της Κυριακής τα ρούχα τους φορούνε

τα παπούτσια τους γυαλισμένα

κοριτσάκια πηδάνε χαρωπά

γύρω απ της μάνας τους τη φούστα

ο ήλιος λάμπει το σπίτι πίσω περιμένει

απαράλλαχτο και σιωπηλό

Είναι κι η Παναγιά η χωριάτισσα

μέσα στον κάμπο σ’ ένα ξέφωτο

τριγυρισμένη από ελιές

εκεί που ο τζίτζικας σκάει

καπου μυρίζουνε σβουνιές

τα χέρια των ανδρών είναι χοντρά

και τα νύχια τους εχουν μια

βρώμα πηγμένη μες το δέρμα

οι γυναίκες στο άλλο κλίτος

χοντρές και κακογερασμένες

Κι είναι και μια Παναγιά επάνω

σ’ ένα ξάγναντο που διαφεντεύει

το πέλαγο, πέτρα λαξεμένη

ο ήλιος είναι πίσω κι εμείς

καθόμαστε με την πλάτη

στη σκιά πίσω από το ιερό

τα πόδια μας ανατριχιάζουν

στ αγέρι

και τα χείλη σου δροσερά

σαν νερό που ασταμάτητα

από μια κρήνη κυλά

όνειρο μέσα σ’ όνειρο

όνειρο μέσα σ’ όνειρο

Τρυφερά χανόταν ο Ιούλιος
μέσα σ’ εναν τσιγκούνη Αύγουστο
δίχως αμμοθίνες κι αραποσυκιές
κι όνειρα

μεθυστικά γυρνούσε ο χρόνος
Ο αιώνιος χρόνος
κι εκείνος ο ένας
που το σύμπαν επόπτευε
δίχως καμιά απολύτως ισχύ

και ξαφνικά στ αγέρι μέσα
του θέρους το πολύ
τα όνειρα εκείνου του ανθρώπου
για τη γυμνή του αγάπη
γυμνή να χορεύει
κάτω απο τις φοινικιές
στον πλατύ ποταμό

που γυρίζαν σε άλλα όνειρα
αφήνοντας πίσω
μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα
που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς
ΚΑΙΡΟ 08/06/….

Γρήγορα που περνά ο χρόνος

Γρήγορα που περνά ο χρόνος
αυτό που θαυμάστηκε γερνά

και κείνο που την πρωτοπορία
εξέφραζε, έξω από το κάδρο
στον άχρονο χρόνο περνά

το breaking bad
στο νετφλιξ είναι μεγαλύτερο
απ ολόκληρο τον ιμαζισμό

ο εμπειρίκος διαβάζεται
δεν διαβάζεται
και η Τζειν Μπιρκιν είναι μια γριούλα

ας αφήσουμε τις πιο μεγάλες ύβρεις
για την ιστορία που ξέρει καλά
πως ν αποκαθηλώνει