αφού δεν πρόλαβε ο θρήνος να τελειώσει

αφού δεν πρόλαβε ο θρήνος να τελειώσει

Οι νεκροί ποιητές πουλάκια που χάθηκαν
όλοι οι νεκροί μας πλην των αμετάκλητα κακών
άχθος αρούρις που τανε και δίκαια ψοφήσαν

κι οι ζωντανοί ποιητές πουλάκια μου όμορφα
και οι ποιήτριες λολίτες πικραμένες
και που δεν παραστέκουνται οι δόλιες οι καμένες

οι ηθοποιοί, όλα τα νούμερα,του κόσμου όλ’ οι δράκοι
ποια κλίμακα καλύπτουνε στη ζήσης την ανάγκη
ποια πυραμίδα φτάσανε στη γλίστρας την φενάκη;

Τι κανουμε μανούλα μου δω πέρα στο δρoλάπι;
τι παίζουμε για αντέχουμε όλη τη μαύρη πίσσα
γυρίζουμε γυρίζουμε δεν έχουμε πατρίδα

και μπιστικούς τους βάλαμε δραγάτες δραγουμάνους
τίποτε δεν μας έμαθε ποτε το μέγα πάθος
αφού ήμασταν φτωχοί λάθος να λέμε απ’ αρχή

Δεκεμβρης 2017

Advertisements

απόηχοι πράξεων

Δεν έβρισκε νόημα σε τίποτε
κι η πιο ταπεινή ελπίδα
θάμπωνε από το βάρος
της ματαιότητας
γι αυτό και με μιαν απόφαση
σώπαινε

κοιτούσε καμιά φορά στολίδια
που κρέμονταν
γυαλάκια που λαμποκοπούσαν
στο σκοτάδι

μια λευκή αθωότητα με μιαν έλξη
βρούτη αλλά φυλακισμένη
για να μυρίζει παράδεισο

ήταν οι απόηχοι πράξεων
που δεν θα γίνονταν
γιατί είχαν χάσει τoν ορίζοντα ομορφιάς
κινούνταν από μιαν ανάμνηση λαγνείας
που δίκαια φιμώθηκε

Κρύβαν ένα νόημα που
δεν εννοούσε να παραιτηθεί

Κρύβαν ένα νόημα
που υπήρχε ως καθ’αυτό;

Επικήδειος Αποχαιρετισμός

Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την παρουσία σας εδώ και τη συμμετοχή σας στο πένθος μας.

Ο πατέρας μου είχε επιλέξει να ταφεί με πολιτική κηδεία
κι έτσι έπεσε σ’εμένα το βάρος του αποχαιρετισμού.

Νιώθω ξαφνικά ότι μου κόψανε τη γλώσσα
Νιώθω ότι μου λύγισαν την θέληση
Νιώθω ότι μ΄αφαίρεσαν τη δύναμη
Νιώθω ότι μου σύνθλιψαν την αντοχή
Νιώθω ότι μου κλέψαν την ψυχή

Νιώθω ότι γελάνε και χορεύουνε
Νιώθω ότι μόνος περπατώ
Νιώθω ότι έχασα ανεπίστρεπτα
Νιώθω ότι στα ψέματα βυθίστηκα
Νιώθω ότι απ’ τον άνεμο χωρίστηκα
Νιώθω ότι χαζά παραμιλώ

Νιώθω πως βροχή φέρνουν τα σύννεφα
Νιώθω εχθρούς που παραμόνευαν
Νιώθω την μοναξιά να με κρατεί
Νιώθω την αγάπη πως μου χάθηκε
Νιώθω την πλάση να μ’ εχθρεύεται
Νιώθω την ρώμη που μου χάνεται

Νιώθω τη θλίψη μου που μαίνεται
Νιώθω ένα δάσος που το κάψανε
Νιώθω ένα δάκρυ αλμυρό
Νιώθω ένα ζώο που πληγώσανε
Νιώθω τον πόνο μου καυτό
Νιώθω πατέρα μόνος και θρηνώ

Μαθιός Θαλασσινός
ανέκδοτο

Σας διαβάζω απόσπασμα από μιαν Έκθεση του ΟΗΕ : Στην Υεμένη πεθαίνει ένα παιδί κάθε 10 λεπτά από υποσιτισμό. Η Σαουδική Αραβία βομβαρδίζει ακόμη και αποστολές βοήθειας.
Θα μπορούσα να διαβάζω για ώρα αποσπάσματα σαν κι αυτό που δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για την ανήκεστη τετελεσμένη σκληρότητα του κόσμου αυτού.

Σε αυτό το κόσμο πέθανε εχθές 28/11/2017 ο Πατέρας μου σε πλήρη ηθική διάσταση με αυτή την σκληρότητα

Ο πατέρας του Παππού μου από τη μεριά του πατέρα μου ήταν αγρότης από τα Βρύουλα ή Βουρλά της μικράς Ασίας. Όλες οι γιαγιάδες μου και όλοι οι παππούδες μου ήταν από τη μικρά Ασία. Σώθηκαν και μεγάλωσαν στη φτώχεια της προσφυγιάς της Αθήνας.

Ο Παππούς μου γλύτωσε το εκτελεστικό, επειδή καθώς ο πατέρας μου είπε, ξύστριζε τον αλιτζέ ενός Τούρκου αξιωματικού. Είμαστε παιδιά μιας περίεργης τύχης. Ο Τούρκος ξεχώρισε το παιδί και το έστειλε ορφανό στη φυγή για να πεθάνει 46 ετών στο Μαρκομιχελάκειο απ’ την καλή ζωή.
Η φάρα μας γλύτωσε πολλούς θανάτους αντί όμως για μίσος ανέπτυξε μια προσήλωση στη τρυφερότητα.

Τρυφερός ήταν ο πατέρας
ήταν Σύζυγος ήταν Πατέρας ήταν Παππούς
ήταν ένας άνθρωπος με βαθιά γλυκύτητα
και ανοιχτά χέρια
πέθανε φτωχός
χωρίς να βαρύνει κανέναν

Ο Πατέρας ήταν Κομμουνιστής
κι αυτό που μου δίνει ελπίδα είναι
ότι με τον τρόπο που επέλεξε να ταφεί
αναζητούσε ενδόμυχα να συναντηθεί
στα λιβάδια του άφευκτου ύπνου
με τον αγαπημένο του Αδερφό Γιώργο
που είχε κι εκείνος επιλέξει τον ίδιο δρόμο να φύγει,
τον πατέρα του που ποτέ δε χόρτασε
και τη μάνα του την κυρ’ Άννα.

Ἐδῶ ἡμεῖς οἱ νεκροὶ
παντοτινὴν εἰρήνην
ἀπολαύσαμεν, ἄφοβοι,
ἄλυποι, δίχως ὄνειρα
ἔχομεν ὕπνον. 85

Λέει ο Ανδρέας Κάλβος στις Ωδές του
ως μια ελάχιστη παρηγοριά στο Θάνατο

Θέλω να σας διαβάσω στίχους από τα
Νεκρώσιμα Ἰδιόμελα Του (Ἰωάννη Μοναχοῦ,
τοῦ Δαμασκηνοῦ), όπως είναι μεταφρασμένα στη δημοτική.
Ψάλλονται στην Εξόδιο ακολουθία

Ἦχος α´.
Ποιὰ ἀπόλαυση τῆς ζωῆς βρίσκεται ἀμέτοχη λύπης; Ποιὰ δόξα γήινη μένει σταθερὴ καὶ ἀμετάθετη; Ὅλα εἶναι ἀσθενέστερα ἀπὸ τὴν σκιὰ κὶ ἀπὸ τὸ ὄνειρο πιο απατηλά, μία ροπή καὶ ὅλα τὰ διαδέχεται ὁ θάνατος.

Ἦχος β´.
Σὰν τὸ λουλούδι μαραίνεται καὶ σὰν ὄνειρο φεύγει καὶ διαλύεται κάθε ἄνθρωπος. .

Κι ο Θάνατος δεν θα χει εξουσία καμιά
μας παρηγορεί ο Αγγλος ποιητής
Ντύλαν Τόμας

Κλείνοντας το οδοιπορικό του μικρού χαιρετισμού σας διαβάζω

Τα Επικήδεια Blues Wystan Hugh Auden (1907-1973)
σε μετάφραση Σ. Φάβρου

Των τηλεφώνων κόψτε τις γραμμές και τα ρολόγια σταματήστε,
με ένα κόκκαλο λαχταριστό το σκύλο να γαυγίζει εμποδίστε
και με τα τύμπανα τα μπουκωμένα, τα πιάνα αφού σιγήστε
Βγάλτε τα φέρετρα, τους θρηνητές να έρθουνε αφήστε

Απ’ το κεφάλι πάνω τα αεροπλάνα σε κύκλους να θρηνούν ελευθερώστε
Στο ουρανό το μήνυμα: Είναι νεκρός, να σχηματίζει ζωγραφίστε
μαύρη κορδέλα στης τελετής λευκούς περιστεριών λαιμούς να κυματίζει
Στους τροχονόμους μαύρα λινά τα γάντια να φορούν, ο κώδικας τιμής που καθορίζει.

Ήταν Βορράς και Νότος μου και Δύση μου κι’ Ανατολή
Η εβδομάδα μου η εργάσιμη και η αργία μου την Κυριακή
Το μεσημέρι μου και τα μεσάνυχτα και η κουβέντα μου και τα τραγούδια μου
Λάθος μου και πως θαρρούσα, που για πάντα η αγάπη αυτή θε να κρατούσε μου

Και τα άστρα δεν τα θέλω πια, όλα να τα σβήστε
Το φεγγάρι πάρτε, τον ήλιο λύστε
Τα δάση εξαφανίστε και τους Ωκεανούς να χύστε
Αφού τίποτα πια καλό να γίνει λέω μην ελπίστε

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάζει

Καλό Ταξίδι Πατέρα

Γλώσσα Τρίτης Δημοτικού, Τετράδιο Εργασιών ( Γράφουμε με το Θέμη και τον Δ. Σολωμό όλοι αντάμα, επάνω στην πρόταση του βιβλίου)

Γλώσσα Τρίτης Δημοτικού, Τετράδιο Εργασιών
( Γράφουμε με το Θέμη και τον Δ. Σολωμό όλοι αντάμα,
επάνω στην πρόταση του βιβλίου)

«Η Μαρία ξεκίνησε το ποίημα της βοήθησε τη να το συνεχίσει»
το ποίημα της Μαρίας ξεκινα -Ο ουρανός τις νύχτες του καλοκαιριού είναι καλός-
———————–

-Ο ουρανός τις νύχτες του καλοκαιριού είναι καλός- με τ΄άστρα
του, αναμμένα φαναράκια,παράξενα κάστρα
γλυκά που φυσά τ’ αεράκι, στης νυχτιάς λαμπερό το σκοτάδι
μαγεμένο μαγνάδι, απαλά που σκεπάζει το βράδυ

-Ο ουρανός τις μέρες του καλοκαιριού είναι καλός- μ’ ανάλαφρο
θαλασσινό αεράκι σιγαλά ψιθυρίζει στο πάλλευκο
της καρδιάς το ελεύθερο ποίημα, ανέμελο χάζι
«λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει»

και μια σιωπή

Η εποχή ήταν καλή μαζί του
τον βοηθούσε να ξεφλουδίσει
τα ρόδια της προσδοκίας
να θαμπώσει τη στίλβη της αυταπάτης
ολάκερα ν’ αποδωθεί στον Δείμο και τον Φόβο
στον εύξεινο κυνισμό της εμπειρίας
στης ζωής τη βία που την λέγαν κι ωραία,
τη ζωή σκύλα με τους σκύλους παρίες
σε νεφρική ανεπάρκεια να πεθαίνουν μοιραία
την ζωή ύαινα με τους φτωχούς και τους άλλους

και μια σιωπή, μια σιωπή, ως το θάνατο

κι εκείνες οι φωτογραφίες σαν τις γνωριμίες

Δεν αλλάζει ο Κόσμος Διαβάτη

Κάποιες στιγμές γολγοθάδες
πέφτω και τσακίζομαι
απ’ της απελπισίας όρη
και συνεχίζω μόνο για την Ελευθερία
ισως είναι πρόσχημα
για την αδυναμία, του μπαμπά της
το λευκό βουβό κλειστό κλουβί
κι η γραφή μετ’ από λίγο αμαρτία
μ’ακούς Ω δεν μ’ακούς Κυρία !
κλεισμένη στην στριγκιά φαιά σου
φυλακή πού χτισες για την κατηγορία
Δεν αλλάζει ο Κόσμος Διαβάτη
Δεν μαθαίνω αδελφέ μου απ’ τα λάθη

Χαίρετε ξένοι και γνωστοί

σαν όταν πια δεν πιλαλώ
και απο μια τύχη στέκουμαι
σε πέτρα ν’ αποστάσω
κρατάω το κεφάλι μου
και βρίζω από τα δόντια

γιατί απο τη ζάλη μου
που δεν καταλαβαίνω
πως φέρνει ο Δίας τον καιρό
κι η τύχη την ημέρα !

να που στα νιάτα έλειψε
σοφός να μου τα μάθει
και η αγάπη μάχεται
και η αγάπη φτάνει
μα ποιος εβρέθηκε ποτέ,
στο μέγα τούτο κόσμο
όλα να τα ξερε σωστά
σε όλα να μιλάει
το μάθος να ξεχώρισε
από το μαύρο πάθος;

Χαίρετε ξένοι και γνωστοί
φίλοι αντρειωμένοι
κι η ευτυχία τ’ αγαθό
μα ο πόνος το σχολείο
η γνώση πολυθρύλητη
μα ποιος και που την έχει

όλα θα γίνουν κάποτε
κι ο θάνατος κατόπι
ήρθαμε και περάσαμε
και μιαν ανάσα μόνο
που ναι πικρή σα φάρμακο
κι οι ελπίδες ψέμα μόνο