και μια σιωπή

Η εποχή ήταν καλή μαζί του
τον βοηθούσε να ξεφλουδίσει
τα ρόδια της προσδοκίας
να θαμπώσει τη στίλβη της αυταπάτης
ολάκερα ν’ αποδωθεί στον Δείμο και τον Φόβο
στον εύξεινο κυνισμό της εμπειρίας
στης ζωής τη βία που την λέγαν κι ωραία,
τη ζωή σκύλα με τους σκύλους παρίες
σε νεφρική ανεπάρκεια να πεθαίνουν μοιραία
την ζωή ύαινα με τους φτωχούς και τους άλλους

και μια σιωπή, μια σιωπή, ως το θάνατο

κι εκείνες οι φωτογραφίες σαν τις γνωριμίες

Advertisements

κι ο πόνος ο πόνος αυτός ο σκύλος

Στον Σταύρο Λαγκαδιανό

όλα κινούνταν σαν να ήταν ο χρόνος
βάλτος που μέσα του βυθίζονταν η ζωή

άλλοτε τόσο ζωντανά όπως
η ηδονή που το σώμα είχε ανάγκη
κι άλλοτε τόσο απομακρυσμένα
όπως τα μπόνους των τραπεζιτών
στους χρυσούς εαυτούς

καμιά διήγηση δεν μπορούσε
να καλύψει το πραγματικό συνολικά
καμιά διήγηση να συμπεριλάβει τον
πόνο στα νοσοκομεία
ή την τελευταία λέξη σε κάθε καινούργιο κείμενο

λήθη ή απαντοχή στη σκληρή γνώση;
η ζωή προχωρούσε τον αργοσάλευτο ρυθμό της
χλευάζοντας από τις μνήμες της παιδικής ηλικίας
κι ο πόνος ο πόνος αυτός ο σκύλος

Ο Πατέρας

«Αλλά τα μάτια των φυκιών
είναι στραμμένα στη θάλασσα»
ΝΓ
Πάντα μπέρδευα την επιγραφή του Ηράκλειτου
με την Αμοργό
και με την αιώνια απόσταση από την παιδική μου ηλικία
ένα καλοκαίρι Ιουλίου το 74
ο Πατέρας πήγαινε στην επιστράτευση
άφηνε τον ξυλότυπο του Ξενάκη στο νησί
μαζί με το πρώτο μου καλοκαίρι
απ’ αχινούς κι άνθη παράξενα
στο ρηχό βυθό των Καταπόλων

--------

στων πικρών γηρατειών την αμάχη

στων πικρών γηρατειών την αμάχη
εκαρτέρα η πείνα κι τ’ ατελειωτο άχτι
τι τα νιατα λαμπρά προμηνούσαν
και στεφάνια στην κόμη φορούσαν
της ιστορίας μαύρο αιώνες γινάτι
στον φτωχό κυκλοφέρνει πάντα την άτη
————————————————-
στων πικρών γηρατειών την αμάχη
εκαρτέρα η πείνα κι τ’ ατέλειωτο άχτι
κι αν τα νιάτα λαμπρά προμηνούσαν
της ιστορίας μαύρο αιώνες γινάτι
τι στεφάνια αν στην κόμη φορούσαν
στον φτωχό κυκλοφέρνει πάντα την άτη

11905387_10153596598774322_308881519187119735_n

φωτο: πρόσφυγες μπροστά απο τo Ελληνικό κοινοβούλιο, πηγή διαδίκτυο

μιας άλλης τάξης αθωότητες

Όλοι μας θέλομεν ανήκειν
προλετάριοι αστοί
πλεμπάγια κι αρχόντοι
περιούσιοι και πένητες
Ω στιγμές απένθητες
Όλοι μας θέλομεν ανήκειν
πλην των κατεστραμμένων
που ή αποστρέφονται
και με εσωτερικές κατακρημνίσεις
την λήθη εναγκαλιζόμενοι ή
προλεταριακά υβρίδια όντας
αναθεωρητές κι οππορτουνιστές
αποστρεφόμενοι, ταράττουν τα δεσμά
εξέρχονται του σπηλαίου εις το μέγα
αλλά αντιπαραγωγικό της απορίας τον πόνο
Ψάχνω Ευτοπίες,
Το Πορτο Ράφτη βούλιαξε
Δεν ξέρω για πορείες
Η μόνη Eυτοπία ο ανθηρός τραπεζικός λογαριασμός
κι ενα καλό οικοπεδο αγορασμένο το 50
Οι εργάτες πόσο άσχημα μιλούν, πόσο τα δόντια τους ωχρά
πόσο η ανάσα τους βρωμά;
Σκασμός εργατιά περνάει καλά ο κάθε λογής μικρός αστός
Κυνισμός θα μου πείς γιατί υπάρχει στ’ αλήθεια ο ποιητής;
κι όμως υπήρξαν κάποτε μιας άλλης τάξης αθωότητες