Παραδοχές

Έχω την τάση να βγάζω αυθαίρετα συμπεράσματα
η δημοκρατική μας ελευθερία λατρεύει την μύηση
ο κύκλος είναι κλειστό σχήμα
έπρεπε να το περιμένω ότι θα λαχταρούσε την μύηση
ότι θα δίνονταν ξιπασμένα σε κονκλάβια

Να σε πιάσουν στα πράσα στο γλυκασμό του οργασμού
και συ να φωνάζεις και να φωνάζεις είναι Αλήθεια
κοιτάξτε με γυμνή αυτή είναι η Ελένη που προαιώνια λαχταράτε

οι φίλοι δεν ζητούν χάρες ζητούν τα πάντα προσφέρουν την αγάπη

Είμαι γελοίος είσαι γελοίος είναι γελοίος είμαστε γελοίοι
είστε γελοίοι είναι γελοίοι η μύηση στο αυτονόητο

Ευτυχώς υπάρχει η αγάπη όπως έλεγα
Πήρα δύο αναλγητικά
το κοντινότερο στην αγάπη είναι τα αναλγητικά

Μας σώζει που όπως είπες δεν ανήκεις πουθενά

——–

Δουλεύω άλλοτε σεμνά άλλοτε υπερφίαλα
στο να ασπαστώ τη σαγήνη της φθοράς
να αναγνωρίσω την ιερότητα της να αποδεχτώ μέσω μιας θεολογίας του ελάχιστου την πιθανότητα της ύπαρξης του νόμου της αντίφασης
αυτήν τη σύμπλευση κατάφασης και απόφασης
το ιερό μυστήριο του ταπεινού το ηδονικό στο απλό
το μέτρο του, το συχνό είναι σπάνιο
υπάρχει ένας μαγευτικός κανόνας
του οποίου το ρυθμό έχουμε απολέσει

———-

Είναι γνωστό ότι επιχειρούμε στο σκοτάδι
και ότι αν πηγαίνουμε μπροστά είναι από τύχη κι από σύμπτωση
έχουμε βέβαια μια εικόνα μέσα στον καιρό
γιατί παρά το φαινομενικά άπορο η αφή βλέπει
και το σκοτάδι έχει άστρα

έτσι παρότι πολλές φορές κάνουμε τεράστιους κύκλους
στη σκοτεινιά τη ξηρασία και το κοκκινόχωμα
ξαφνικά ανάβει το φως ενός δειλινού με χρώματα
άπειρα σε ομορφιά στην χώρα του βαθέος πορτοκαλί και του μωβ

και ατενίζουμε ιδρωμένοι σε ένα μικρό λόφο
που απαλό αγέρι μας κρυώνει ευχάριστα
ένα μακρινό μυρωμένο στίβο που ήταν κάποτε
το σήμερα το αύριο και το χθες, το πάντα.

——————-

Είμαι φλύαρος σήμερα και δίχως υπομονή
έχω την τάση να καθυποτάξω τα φαινόμενα
με αποφθεγματικές διατυπώσεις
ήχουν μέσα μου προφητικές φωνές

έχω το παραλήρημα της γνώσης και της οργής
έχω την ακίνητη πίστη ότι οι στίχοι
οδηγούν στην αποκάλυψη των ζητημάτων
που μασκαρεύει η ροή του χρόνου
και η μαγεία της βαρύτητας

έχω την ακοίμητη δόξα την ιερή σκολόπενδρα
την ανίκητη γητειά των λέξεων
με το κονδύλι και ανείπωτο νταλγκά
τις απειραριθμές θ’ αποκαλύψω
πτυχώσεις του υλικού σύμπαντος
και του συναισθηματικού απείρου

Και ξαφνικά μια παγερή σιγή πλάκωσε
τη συνείδηση μου όταν η αδίστακτη
του Σόιμπλε μορφή ήρθε στη θύμηση μου

τι να λέμε
ότι και να λέμε οι Δεξιοί κυβερνούν
την Ευρώπη αδίστακτα
και η φλυαρία μου είναι τόσο γελοία
όσο τα σκουπίδια στις παράνομες χωματερές
Τα δικά τους παιδιά την Ευρώπη θα κυβερνούν

Παραδίνομαι σε μια θλίψη κυριαρχική
κουτάβι που τη μάνα του ψάχνει να βρει

Στρατής Φάβρος
2016

 

 

10603272_10152768251042348_7040701443679928106_n

Advertisements

παλιά ξεχασμένα κείμενα

Στην Λίζυ Λασσιθιωτάκη

Μια γυναίκα έσυρε τη μακριά μαύρη της κόμη τεντωμένη
Κι έπαιξε ψίθυρο μουσικής πάνω σ’ αυτή τη χορδή

– Έρημη Χώρα Θωμάς Έλιοτ
σε μετάφραση Γιώργου Σεφέρη –

 

Να ταν αυτή η γυναίκα που μιλούσε τους χρησμούς;
Που σε μένα φάνηκαν ακατάληπτοι στην αρχή

Και μετά από πολύ καιρό που άκουγα τις μουσικές
από παλιά ξεχασμένα κείμενα

Κι εκείνη αφού είχε πάει μονάχη στα νερά της Στύγας
και είχε αντέξει βαριά χρόνια εννιά σιωπής και μοναξιάς

Στάθηκε επάνω στην άκρη του βράχου και ψιθύριζε
και κανείς μας δεν την άκουσε γιατί παλιά γλώσσα μιλούσε

Κάπου κοντά σε μια άνοιξη σκοτεινή μέσα στην ολόκαινη ψευδαισθησία
οι μύστες του συγκεκριμένου της γλώσσας του και της φόρμας

Αρχαία τραγούδια κεντούσαν για την απόκοσμη της αλήθειας
ομορφιά που τον κανόνα της είχαμε απολέσει χρόνια πολλά

Και στάθηκα κι εγώ αντίκρυ και με ψιθύρους και καπνούς
μια γλώσσα να συντάξω καθώς για να πω προσπαθούσα

Αλλά ατέλειωτη η γλώσσα σαν τις κόκκινες του παλατιού πορφύρες
κι αδύναμος ο λόγος μου να τη χτίσει από τη σίγαση των τρόπων

Και έτσι το χάσμα των ουρανών της τρυφερότητας ανελέητα
το μυστήριο έδενε της αμφισημίας της αγάπης και της σιωπής

Στρατής Φάβρος

 

 

Στο Ωραιόκαστρο

Εκείνοι που πρέπει να κατανοήσουν τυφλοί
και εκείνοι που θα έπρεπε να νουθετούν κωφοί .
αδήριτος δάσκαλος μόνος
ο αναπότρεπτος της τραγωδίας πόνος.

Να λέν συνέχεια στα αλώνια
το πάθος μάθος κι ακόμα
χρόνια τόσα όσα πετούν τα χελιδόνια
δεν μάθαμε απ’ τα δεινά που καιν’ το σώμα

Μεσολόγγι και Μικρασία να μας θυμίζουν
την τραγωδία δεν την ξορκίζουν
«ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες»
της ιστορίας μένουμε μείς φιρκτοί θαμώνες

Κι όταν γυρίσει το ρολόι
ξερό τ’ανάλλαχτο κενό κεφάλι
ικανοί πια μόνο για μοιρολόι
θα το χτυπούμε πικρά και πάλι

Στρατής Φάβρος

 

Δυο σχεδιάσματα

Δυο σχεδιάσματα

α

Είναι μια παραλία σε ένα ξεχασμένο νησί της νιότης μου
ιδανική με άμμο χρυσή

σε έναν αμμόλοφο που δεσπόζει πάνω της
είναι θεμελιωμένη μια καλοκαιρινή κατοικία
που δέρνεται από τον άνεμο
και θεωρεί τον μικρό κόλπο

όταν της κάνω έρωτα στο ύπνο μου
σε κείνη την κατοικία της κάνω έρωτα

είναι μεσημέρι
μέσα στο σπίτι έχει δροσιά
και τα χείλη μου είναι δροσερά
όπως το κορμί της μελαχρινό και γλυπτό

έξω φυσά τ’ απαλό αγέρι και τραγουδούν τα τζιτζίκια
αλλά δεν υπάρχει ζέστη είναι όλα
δροσερεμένα απο το λάστιχο στη βεράντα
και κείνη είναι σαν τ’ απαλό νερό
το κοχύλι τ’ανοιχτό

β

Το γλυκό γέλιο των νεαρών κοριτσιών
με συνοδεύει απ το διπλανό δωμάτιο
κι αυτό το κόσμο αλλάζει
έστω κι αν είναι για λίγο

ανοίγω τα πέταλα της συνείδησης στην ανεξικακία
και την τρυφερότητα

τα ρυάκια αφήνω και τα πετάσματα του νου
στην ελαφρότητα και την σαγήνη του μικρού

απομακρύνομαι για να ζήσω δίχως προστασία
τα μυρίσματα των ημερών και τους θρόους τους

στων καιρών τα χαλάσματα με της γης τα φαντάσματα

σταμάτησα να ακούω και ακούω τη βροχή
σταμάτησα να βλέπω και βλέπω τη θάλασσα
σταμάτησα να νιώθω και νιώθω τον αγέρα
σταμάτησα κι ατενίζω τα σύννεφα στ’ άστρα

το κόσμο ξαναστήνω να γελά

Στη διάχυση προσοχής τη βουκέντρα διάσπαση
εγώ αντιδρώ αυτιστικά
με ανάγνωση σιωπή και λησμονιά

 

όνειρο θερινό

ξαφνικά μια σαγήνη βουβή με τυλίγει
και καθώς σιωπώ, παίρνω απόσταση
βουτώ αργά σε μια λίμνη ατάραχη
η οποία αντί να με έχει ελαφρόν
με δένει με σχοινιά και με φιμώνει
δεν υπάρχει διαφυγή παρά μόνον
αυτή η σιωπηρή απόγνωση

Στρατής Φάβρος