Καρολος Μπωντλαίρ Τα άνθη του κακού Το Άλμπατρος

Καρολος Μπωντλαίρ
Τα άνθη του κακού
Το Άλμπατρος (1846 ή 1859)

Συχνά, τους εαυτούς οι άντρες του πληρώματος για να ευχαριστούν,
τ’άλμπατρος παίρνουν, τα πλατύφτερα θαλασσινά πουλιά,
αργόσχολοι σύντροφοι στο ταξίδι τους π’ ακολουθούν,
Το πλοίο, που στα πικρά τα χάη μοιάζει να γλιστρά.

Και μόλις τα σώματα τους στα σανίδια κάνουν ν’ αγγίξουν
Ετούτοι του γαλάζιου οι βασιλιάδες, αδέξια και ντροπαλά,
Λυπητερά τα ολόλευκα τρανά φτερά τους θα τ’ αφήσουν,
Σαν τα κουπιά που στέκουνται κρεμάμενα απάνου στα πλευρά

Τούτος ο φτερωτός ταξιδευτής πως μοιάζει αδέξιος και πλαδαρός !
Αυτός, ο άλλοτε όμορφος, πως τώρα είν’ άσχημος και κωμικός !
με της πίπας του τη καύτρα του καίει το ράμφος, ο ένας
Κι άλλος, σάμπως χωλαίνει, τον ανάπηρο που πετούσε παρασταίνει

Ο Ποιητής στον πρίγκιπα αυτό πως μοιάζει από τα νέφη
που τη καταιγίδα αψηφά και στ’ αστροπελέκι γελά,
στη γη εξόριστος, καταμεσίς στην άγρια χλεύη ,
Με τα φτερά του γιγάντια, που εμποδίζουν τον να περπατά.

L’Albatros

Souvent, pour s’amuser, les hommes d’équipage
Prennent des albatros, vastes oiseaux des mers,
Qui suivent, indolents compagnons de voyage,
Le navire glissant sur les gouffres amers.

À peine les ont-ils déposés sur les planches,
Que ces rois de l’azur, maladroits et honteux,
Laissent piteusement leurs grandes ailes blanches
Comme des avirons traîner à côté d’eux.

Ce voyageur ailé, comme il est gauche et veule!
Lui, naguère si beau, qu’il est comique et laid!
L’un agace son bec avec un brûle-gueule,
L’autre mime, en boitant, l’infirme qui volait!

Le Poète est semblable au prince des nuées
Qui hante la tempête et se rit de l’archer;
Exilé sur le sol au milieu des huées,
Ses ailes de géant l’empêchent de marcher.

Charles Baudelaire

Με αφορμή  μετάφραση του Ποιήματος της Μαριάννας  Παπουτσοπούλου

l' albatros

Advertisements

Ωδή στον Δυτικό Άνεμο, Percy Bysshe Shelley

Ωδή στον Δυτικό Άνεμο Percy Bysshe Shelley
I
Ω άγριε Δυτικέ Άνεμε, της ύπαρξης του φθινοπώρου Εσύ πνοή,
Εσύ, που απ’ την αόρατή σου παρουσία τα φύλλα πεθαμένα
όπως φαντάσματα που από μάγο ορχηστή οδεύουν στη φυγή,

Κίτρινα και μαύρα και χλωμά και κόκκινα πυρετικά
Πλήθη χτυπημένα από λοιμό: Ω Εσύ,
Αυτός που στο ψυχρό και σκοτεινό τους κρεβάτι οδηγά

Τους σπόρους φτερωτούς, που κείνται κρυμμένοι και ψυχροί,
σαν ένα πτώμα μες στον τάφο του ο καθένας, ώσπου
Της Άνοιξης η αδελφή σου θε να φυσήξει γαλανή

Τη σάλπιγγά της πάνω από την γη που ονειροπολεί,
(Άνθια Γλυκά οδηγώντας στον αγέρα κοπάδια να βοσκήσουν )
Με χρώματα ζωής και μυρωδιές λόφους και πεδιάδες να πληροί

Άγριο Πνεύμα, που κινείσαι παντού, άκου
Καταστροφέα και Σωτήρα • Ω, άκου !!
ΙΙ.
Εσύ που απ’ το ρεύμα σου, μες του απότομου του ουρανού την χασμωδία,
Ελεύθερα τα σύννεφα , όπως της Γης τα πεθαμένα φύλλα, είν’ απλωμένα
Καθώς τινάζονται απ’ Ουρανού και Ωκεανού μπλεγμένα τα κλωνάρια, άγνωστο πως σε αρμονία,

Άγγελοι βροχής και αστραπής: εκεί απλώνονται
Στην κυανή επιφάνεια της αέρινής σου ορμής,
Από την κεφαλή σα τα λαμπρά μαλλιά που ορθώνονται

Μιας τρομερής Μαινάδας, κι απ’ τη θολή γραμμή
Του ορίζοντα μέχρι του ύψους το τελευταίο αέτωμα,
Οι βόστρυχοι της καταιγίδας που σιμώνει. Εσύ οιμωγή

Του χρόνου που ξεψυχά, κι η νύχτα αυτή που κλείνει
Θα είν’ σ αυτό ο θόλος ενός τεράστιου τάφου,
Που μ’ όλη τη συναγμένη δύναμη σου αψιδωτά ορθώνεις

Ατμών , που απ’ την συμπαγή ατμόσφαιρά τους άκου
Μαύρη βροχή, φωτιά και υετός σφοδρός θα εξακοντιστούν : Ω άκου !

ΙΙΙ.
Εσύ που ξύπνησες ναι από τα όνειρα τα θερινά της
Τη γαλανή Μεσόγειο , κει που αναπαυότανε,
Νανουρισμένη απ’ το στροβιλισμό στα κρυσταλλένια ρεύματά της

Πλάι σε ένα απ’ αλαφρόπετρα νησί στης Μπάϊας τον κόλπο
Και έβλεπε μες στον ύπνο αρχαία ανάκτορα και πύργους
Να τρέμουνε μέσα στην εντονότερη του κύματος αυγή τόσο μα τόσο

Όλα Πλημμυρισμένα από γαλάζιες πόες και άνθη,
Τόσο γλυκά, που ο νους λιγοθυμά όταν τα φτιάνει εικόνες ! Εσύ
Που από το πέρασμά σου του Ατλαντικού οι επιφάνειες δυνάμεις ως τα βάθη

Σχίζονται σε χάσματα βαθιά, ενώ από κάτω μακριά
Τ’ άνθη της θάλασσας και τα λασπώδη δάση που φορούν
Του ωκεανού τ’ άνευρο φύλλωμα, γνωρίζουν με τη μια

Τη φωνή σου, κι άξαφνα γκρίζα πανιάζουν από τον φόβο, άκου
Και τρέμουν και μαραίνονται : Ω άκου

IV.
Αν ήμουν ένα πεθαμένο φύλλο, εσύ παντοδύναμε και να με σήκωνες μπορούσες •
Aν ήμουν ένα σύννεφο γοργό για να πετώ μαζί σου•
Ένα κύμα για να ασθμαίνω κάτω απ’ τη δύναμη που ασκούσες

Της δύναμης σου τ’ άγγιγμα να αισθανόμουν, μόνο λιγότερο ελεύθερος
Απ’ ό,τι, ω Ανεξέλεγκτε, εσύ! Κι ακόμη όταν
Όπως τότε στην παιδική μου ηλικία, και θα γινόμουν ελεύθερος

σύντροφός των περιπλανήσεών σου στον Ουρανό,
Σαν τότε, που το να ξεπεράσω την ουράνιά σου ταχύτητα
Άπιαστο φαινόταν όραμα• που ποτέ δεν θα έβαζα σ’αγώνα σκοπό

Έτσι λοιπόν σε σένα προσεύχομαι στην στιγμή μιας ανάγκης μου πικρής.
Ω! σαν κύμα, σαν φύλλο, σαν σύννεφο, ανασήκωσέ με!
Αιμορραγώ! Καθώς επάνω στ’ αγκάθια πέφτω της ζωής!

Ένα βαρύ ωρών φορτίο έχει στις αλυσίδες δέσει, τα γόνατα κάνει να λυγίζει
Έναν σε εσένα όμοιο πολύ: αδάμαστο και ταχύ με ψηλά το κεφάλι να βαδίζει

V.
Τη Λύρα σου κάνε με, ακόμη και όπως το δάσος είναι:
Τι κι αν τα φύλλα μου σαν τα δικά του πέφτουνε!
Ο αχός, των παντοδύναμων αρμονιών σου το πάθος που’ναι

Κι από τους δυο μας θα πάρει έναν φθινοπωρινό τόνο βαθύ,
Γλυκό παρότι σε θλίψη τυλιγμένον. Γίνε εσύ, μανιασμένο πνεύμα ,
Το πνεύμα μου! Γίνε εσύ εγώ, αυθόρμητε Εσύ !

Τις νεκρές οδήγησε σκέψεις μου ως την έσχατη του σύμπαντος ακτή,
Σαν φύλλα ξερά μια νέα γέννηση να επιταχύνεις!
Και, με του στίχου αυτού την επίκληση τη μαγική,

Σκόρπισε, σαν από μιας άσβεστης εστίας την πηγή
στάχτες και σπίθες, τα λόγια μου στην ανθρωπότητα ανάμεσα !
μέσ’ απ’ τα χείλη μου για τη αξύπνητη γίνε γη

Μιας προφητείας η σάλπιγγα! Ω, Άνεμε,
Αν ο Χειμώνας αφιχθεί, πίσω πολύ η Άνοιξη να’ ναι μπορεί; Ω Άγριε Άνεμε !

Απόδοση Στρατής Φάβρος

cropped-bridge-on-the-puerto-bello.jpg

I
O wild West Wind, thou breath of Autumn’s being,
Thou, from whose unseen presence the leaves dead
Are driven, like ghosts from an enchanter fleeing,

Yellow, and black, and pale, and hectic red,
Pestilence-stricken multitudes: O thou,
Who chariotest to their dark wintry bed

The wingèd seeds, where they lie cold and low,
Each like a corpse within its grave,until
Thine azure sister of the Spring shall blow

Her clarion o’er the dreaming earth, and fill
(Driving sweet buds like flocks to feed in air)
With living hues and odours plain and hill:

Wild Spirit, which art moving everywhere;
Destroyer and Preserver; hear, O hear!

II
Thou on whose stream, ‘mid the steep sky’s commotion,
Loose clouds like Earth’s decaying leaves are shed,
Shook from the tangled boughs of Heaven and Ocean,

Angels of rain and lightning: there are spread
On the blue surface of thine airy surge,
Like the bright hair uplifted from the head

Of some fierce Maenad, even from the dim verge
Of the horizon to the zenith’s height,
The locks of the approaching storm. Thou dirge

Of the dying year, to which this closing night
Will be the dome of a vast sepulchre
Vaulted with all thy congregated might

Of vapours, from whose solid atmosphere
Black rain, and fire, and hail will burst: O hear!

III
Thou who didst waken from his summer dreams
The blue Mediterranean, where he lay,
Lulled by the coil of his crystalline streams,

Beside a pumice isle in Baiae’s bay,
And saw in sleep old palaces and towers
Quivering within the wave’s intenser day,

All overgrown with azure moss and flowers
So sweet, the sense faints picturing them! Thou
For whose path the Atlantic’s level powers

Cleave themselves into chasms, while far below
The sea-blooms and the oozy woods which wear
The sapless foliage of the ocean, know

Thy voice, and suddenly grow grey with fear,
And tremble and despoil themselves: O hear!

IV
If I were a dead leaf thou mightest bear;
If I were a swift cloud to fly with thee;
A wave to pant beneath thy power, and share

The impulse of thy strength, only less free
Than thou, O Uncontrollable! If even
I were as in my boyhood, and could be

The comrade of thy wanderings over Heaven,
As then, when to outstrip thy skiey speed
Scarce seemed a vision; I would ne’er have striven

As thus with thee in prayer in my sore need.
Oh! lift me as a wave, a leaf, a cloud!
I fall upon the thorns of life! I bleed!

A heavy weight of hours has chained and bowed
One too like thee: tameless, and swift, and proud.

V
Make me thy lyre, even as the forest is:
What if my leaves are falling like its own!
The tumult of thy mighty harmonies

Will take from both a deep, autumnal tone,
Sweet though in sadness. Be thou, Spirit fierce,
My spirit! Be thou me, impetuous one!

Drive my dead thoughts over the universe
Like withered leaves to quicken a new birth!
And, by the incantation of this verse,

Scatter, as from an unextinguished hearth
Ashes and sparks, my words among mankind!
Be through my lips to unawakened Earth

The trumpet of a prophecy! O Wind,
If Winter comes, can Spring be far behind?

Στην απόδοση της Ωδής του Σέλλευ πήρα υπόψη μου την εξαιρετική ειδικά στο εννοιολογικό επίπεδο μετάφραση του Xαράλαμπου Γιαννακόπουλου που είναι διαθέσιμη στο blog του :

hbttp://bookstand.gr/…/p-b-shelley-%CF%89%CE%B4%CE%B7…/

I’m lost without you, Sting

Είμαι τρελός για σένα

Μιας πέτρας ριξιά απ’ την Ιερουσαλήμ μακριά

ένα μίλι που μόνος περπάτησα ως

του φεγγαριού σου το απόκοσμο φως,

Και ενώ όλα τα άστρα δυνατά

φεγγοβολούν  στη νυχτιά

Η καρδιά μου χαμένη σε ένα αστέρι μακρινό

στο απόκοσμο νέφος το αστρικό

Που τρελά στριφογυρίζει σε ένα φεγγάρι απριλιάτικο

Σε μιαν θλίψης αψίδα χωρίς εσένα

Έρημος είμαι χωρίς εσένα, έρημος είμαι χωρίς εσένα

Και καθώς τα βασίλεια μου κοιτώ στη φριχτή του καιρού παρακμή

Άμμο να γίνονται στης μάντισσας τη χούφτα τη μυθική

Είμαι τρελός για σένα είμαι τρελός

Κι από τις παντέρημες και σκοτεινές κοιλάδες

Άκουσα τις αρχαίες υλακές της σιγής

Και σε κάθε βήμα σκεπτόμουν εσένα

Σε κάθε μου βήμα μόνον εσένα

Και κάθε αστέρι κόκκος ένας της άμμου

Οι αναμνήσεις ενός ωκεανού από χρόνια ξερού

Πες μου πόσο ακόμα, αχ για πόσο ακόμα;

Λένε πως μια πόλη σε μιαν έρημο ξεχνιέται

Από ενός μεγάλου ξεχασμένου Βασιλιά τη μάταιη στοχασιά

Αλλά η πόλη σε σπασμένα κομμάτια

στην άμμο κυλιέται στο τόπο που ο άνεμος αλυχτά

και οι σειρήνες λυπητερά τραγουδούν και στριγκά

Αυτά είναι του ανθρώπου τα έργα μισητά

Αυτά είναι της φιλοδοξία μας

τα απότοκα, τα σκοτεινά νερά

Θα γινόταν της ζωής μου φυλακή

Η σε άλλον δοσμένη σου αγάπη η τελική

Περπατούν οι εχθροί μου στη πλάση αυτή

χέοντας καυτή τη πικρή τους χολή

Είμαι τρελός για σένα είμαι τρελός

Και δεν ήμουν πιο μόνος παρά τώρα ποτέ

Κι ας είναι τώρα που σε όλα όσα βλέπω

Κυρίαρχος είμαι και την ύλη κρατώ

Αφού νικητές δεν υπάρχουν δίχως αγάπη, σε αυτή

στην ιστορία του κόσμου την θλιβερή

Μιας πέτρας ριξιά απ’ την Ιερουσαλήμ μακριά

ένα μίλι που περπάτησα μόνος ως

του φεγγαριού το απόκοσμο φως

Και ενώ όλα τα άστρα δυνατά

φεγγοβολούν στη νυχτιά

Η καρδιά μου χαμένη σε πλανήτη μακρινό

στο απόκοσμο νέφος το αστρικό

Που τρελά στριφογυρίζει σε ένα φεγγάρι απριλιάτικο

Σε μιαν θλίψης αψίδα χωρίς εσένα

Έρημος είμαι χωρίς εσένα, έρημος είμαι χωρίς εσένα

Κι ενώ τα κλειδιά της απόγνωσης μονάχη κρατάς

Για όσα βλέπω και για όσα κρατώ

Περπατούν οι εχθροί μου στη πλάση αυτή

Χέοντας καυτή τη πικρή τους χολή

Καθώς τα βασίλεια μου όλα κοιτώ

στη φριχτή του καιρού παρακμή

Άμμο να γίνονται στης μάντισσας τη χούφτα τη μυθική

Είμαι τρελός για σένα, είμαι τρελός.

Απόδοση Στρατής Φάβρος.

 

 

 

 

I’m lost without you, Sting

A stone’s throw from Jerusalem

I walked a lonely mile in the moonlight

And though a million stars were shining

My heart was lost on a distant planet

That whirls around the April moon

Whirling in an arc of sadness

I’m lost without you I’m lost without you

Though all my kingdoms turn to sand

And fall into the sea

I’m mad about you I’m mad about you

And from the dark secluded valleys

I heard the ancient sighs of sadness

But every step I thought of you

Every footstep only you

And every star a grain of sand

The leavings of a dried up ocean

Tell me, how much longer? How much longer?

They say a city in the desert lies

The vanity of an ancient king

But the city lies in broken pieces

Where the wind howls and the vultures sing

These are the works of man

This is the sum of our ambition

It would make a prison of my life

If you became another’s wife

With every prison blown to dust

My enemies walk free

I’m mad about you I’m mad about you

And I have never in my life

Felt more alone than I do now

Although I claim dominions over all I see

It means nothing to me

There are no victories

In all our histories, without love

A stone’s throw from Jerusalem

I walked a lonely mile in the moonlight

And though a million stars were shining

My heart was lost on a distant planet

That whirls around the April moon

Whirling in an arc of sadness

I’m lost without you I’m lost without you

And though you hold the keys to ruin

Of everything I see

With every prison blown to dust,

My enemies walk free

Though all my kingdoms turn to sand

And fall into the sea

I’m mad about you Sting – I’m lost without you

Χαίρε θλίψη συνοδέ και καλέ παλιόφιλε μου

Χαίρε θλίψη συνοδέ και καλέ παλιόφιλε μου
Μίλα μου ξανά και πες μου,
Όραμα που σιωπηλά θεριεύει
Μες σε ύπνο τρυφερό με γελά και ταξιδεύει
Κατοίκησε τώρα το μυαλό μου
Αχ το φτωχό μου
Στης σιωπής τον ακοίμητο ήχο

Σε όνειρα δίχως αναπαμό
Μόνος περπάτησα θαρρώ
Σε δρόμους γκρίζους μοναξιάς
Τις μαύρες πέτρες για μάρτυρες κοιτάς
Κάτω απ’ το φέγγος της κίτρινης λάμπας,
Στο ψύχος του δρόμου γιακάδες ψηλοί
Σέρνει το βήμα πάντα βαρύ
Θάμπωσε η ματιά στο άσπρο το φως
Σαν αστραπή σκίζει τη νύχτα ο τεχνικός πολιτισμός
Κι άγγιξα πάλι με οδύνη μαβιά
Της σιωπής τον ακοίμητο ήχο

Και στο γυμνό το φως της είδα
Χιλιάδες κόσμο, σε πλημμυρίδα
Κάποιοι μιλούν δίχως φωνή
Κι Άλλοι ακούν, μα χωρίς προσοχή
Γραφιάδες κινούν τραγούδια να πούν, μα δίχως ψυχή,
Και κανείς δεν τολμά πια να πεί
Μη της σιωπής ο ακοίμητος ήχος με μιας εγερθεί

»Τρελοί φωνάζω τους προκαλώ
Καρκίνος η σιωπή που μας ζώνει
Ακούστε με λίγο που σας μιλώ
Ακούστε τα λόγια μου που σας διδάσκουν
Αδράξτε τα χέρια μου που σας κοιτούν »
Πέφτουν τα λόγια μες τη σιωπή
Σταγόνες λες μες τη βροχή
Και πλημμυρίζουν την ηχώ
πηγάδια σιωπής σε κάρτες ταρώ

Προσκυνούν τώρα και προσεύχονται
Στο λαμπρό «Νέον» Θεό που ονειρεύονται
Και έλαμψε της επιγραφής το φωτεινό της κύμα
Του προμηνύματος τα έπη στης προφητείας το σχήμα
«Στου δρόμου τους τοίχους οι προφήτες μιλούν
Και στου μετρό τις στοές τα λόγια μιλούν»
Και η επιγραφή ψιθυρίζει στης σιωπής τον ακοίμητο ήχο.

Hello darkness, my old friend
I’ve come to talk with you again
Because a vision softly creeping
Left its seeds while I was sleeping
And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence

In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone
‘Neath the halo of a street lamp
I turned my collar to the cold and damp
When my eyes were stabbed by the flash of a neon light
That split the night
And touched the sound of silence

And in the naked light I saw
Ten thousand people, maybe more
People talking without speaking
People hearing without listening
People writing songs that voices never share
And no one dared
Disturb the sound of silence

«Fools», said I, «You do not know
Silence like a cancer grows
Hear my words that I might teach you
Take my arms that I might reach you»
But my words, like silent raindrops fell
And echoed
In the wells of silence

And the people bowed and prayed
To the neon god they made
And the sign flashed out its warning
In the words that it was forming
And the sign said, «The words of the prophets are written on the subway walls
And tenement halls»
And whispered in the sounds of silence