Το ταμείο των ονείρων

Το ταμείο των ονείρων

Στον ύπνο του απόψε ένα τρένο θα περάσει
Θα το ακούσει να σφυρίζει από μακριά
και καθώς θα μπαίνει ολόφωτο στην κάμαρά του τη παλιά
αυτός θα τρέξει στο ταμείο των ονείρων σειρά να κλείσει
Υπάλληλος θα είναι ο εαυτός του στης νύχτας το λευκό χορό
Θα του ζητήσει μια θέση για Παρίσι
και βέβαια θα πληρώσει μ’ ένα του ποίημα μικρό
τη μόνη μονέδα που κρατά στη μοίρα ν’ απαντήσει
κι ο άλλος αντί για εισιτήριο ένα τριαντάφυλλο λευκό
θα του προσφέρει που απόψε θα της φέρει
στης Μονμάρτης το μικρό σταθμό
Rue de Mont Cenis αριθμός πενήντα δύο
θα χτυπάει θα χτυπάει μα κανείς
δε θα ναι εκεί στη Μονμάρτη μες το κρύο.

Διασκευή του ποήματος Το ταμείο των ονείρων
του Γιώργη Παυλόπουλου

Από τον Μαθιό Θαλασσινό

————————————————————–

—Γιώργης Παυλόπουλος—

Το ταμείο των ονείρων

Στη Θ.Π.

Στον ύπνο του απόψε θα περάσει ένα τρένο.
Θα το ακούσει να σφυρίζει από μακριά
και καθώς θα μπαίνει ολόφωτο στην κάμαρά του
αυτός θα τρέξει στο ταμείο των ονείρων.
Υπάλληλος της νύχτας θα είναι ο εαυτός του.
Θα του ζητήσει μια θέση για Παρίσι
και βέβαια θα πληρώσει μ’ ένα ποίημα —
τη μόνη μονέδα που κρατά. Κι ο άλλος
αντί για εισιτήριο θα του δώσει

ένα λευκό τριαντάφυλλο
που θα της φέρει απόψε στη Μονμάρτη.Rue de Mont Cenis αριθμός 52
θα χτυπάει θα χτυπάει μα κανένας δε θ’ ανοίγει.

Γιώργης Παυλόπουλος, Ποιήματα 1943-1997, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2001

Maurice Utrillo, Paris, Montmartre, rue du Mont Cenis, 1833 - 1955 l'ancienne Maison Berlioz

Advertisements

Διασκευή του ποιήματος του Γιώργη Παυλόπουλου (1924 -2008 ) Του μικρού ζαχαροπλάστη το ζαχαρένιο κεντρί.

Μια κυρία που λάτρευε τις τέχνες, αναγνώστη σοφέ,
είπε σε ένα μικρό ζαχαροπλάστη γλυκό
Δείξε μας την τέχνη σου ζαχαροπλάστη μικρέ.
Φτιάχνει εκείνος ένα ζαχαρένιο κρίνο λευκό

Όμως την κυρία που τις τέχνες λατρεύει
δεν την ικανοποιεί
και κείνος μια ζαχαρένια πάχνη ποιεί
και μεσ’ την πάχνη ω! ζαχαρένιο κήπο μαγικό
και μέσα στον κήπο βάζει τον κρίνο το λευκό

Και πάλι την κυρία που τις τέχνες λατρεύει, όμως, δεν την ικανοποιεί
και σέρσεγκα ζαχαρένιο τώρα σκαρφίζεται οξύ
να πίνει μέλι από το μεταξένιο κρίνο το λευκό
που έχει μίσχο λιγνό σαν κύκνου λαιμό

Μήτε κι αυτό την κυρία που τις τέχνες λατρεύει
αισθητικά ικανοποιεί
και τότε ο μικρός κάνει τον σέρσεγκα τρελό να γυρεύει
στης κυρίας το φουστάνι αίφνης να μπει
και κάπου εκεί
με λαγνεία τη μεθά με το ζαχαρένιο γλυκό του κεντρί.

Κι απολάμβανε τότε η κυρία σε παραισθησία τρελή
Του σέρσεγκα το γλυκό ζαχαρένιο κεντρί
Που γεννούσε για κείνην νέες ολωσδιόλου μορφές
τέρψεις και ηδονές αισθητικές

Διασκευή του ποιήματος του Γιώργη Παυλόπουλου (1924 -2008 )
Του μικρού ζαχαροπλάστη το ζαχαρένιο κεντρί.

Photopurism Frantisek Drtikol and the Czech Avant Garde

Μια κυρία που λάτρευε τις τέχνες
είπε στον μικρό ζαχαροπλάστη:
Δείξε μας την τέχνη σου μικρέ.
Και κείνος φτιάχνει ένα ζαχαρένιο κρίνο.

Όμως την κυρία δεν την ικανοποιεί
και κείνος φτιάχνει μια ζαχαρένια πάχνη
και μέσα στην πάχνη ζαχαρένιο κήπο
και μέσα στον κήπο βάζει τον κρίνο.

Και πάλι την κυρία δεν την ικανοποιεί
και κείνος φτιάχνει ζαχαρένια σέρσεγκα
να πίνει μέλι από το κρίνο.

Μήτε κι αυτό την ικανοποιεί αισθητικά
και τότε ο μικρός κάνει τον σέρσεγκα τρελό
μπαίνει κάτω απ’ το φουστάνι της κυρίας
και κάπου εκεί
χώνει το ζαχαρένιο του κεντρί.

Γιωργης Παυλόπουλος (1924 -2008 )
Του μικρού ζαχαροπλάστη το ζαχαρένιο κεντρί.

Παραλλαγή στο Ε’ από το Θερινό Ηλιοστάσι του Γ. Σεφέρη

Ὁ κόσμος τυλιγμένος στὰ ναρκωτικὰ σεντόνια
δὲν ἔχει ἄλλο νὰ προσφέρει από χέρια δεμένα
σε τοῦτο τὸ τέρμα, το γρυπό και ξερό

Η μαραμένη τῆς Ἑκάτης ἱέρεια
Στὴν υγρή της νύχτας σιωπή
μὲ γυμνωμένα στήθη σκληρά,
στὸ δῶμα, μιαν ασυνάρτητη ωδή
τελετουργικά στον αέρα εκτοξεύει πνιχτά

Λιγο μετά, σε μιαν αλέα που το χώρο
του ιερού θεωρεί
μία πανσέληνο τεχνητή, εκλιπαρεί καθὼς
δυο ἀνήλικες ημίγυμνες δοῦλες
που νωχελικά χασμουριοῦνται διαρκώς
ιερατικά βραχιόλια φορούν
και έλαια ακριβά στο κορμί τους περνούν
σὲ μπακιρένια αναδεύουν μια χύτρα
ἀρωματισμένες φαρμακεῖες διττές

Αὔριο πάλι θὰ χορτάσουν εκείνοι
Που τὰ μυρωδικά. ἀγαποῦν
και τη θεά στο θολωμένο τους
μυαλό προσκυνούν,

στο τέλος της αμφίσημης της Θεάς τελετής
της Ιέρειας τὰ φτιασίδια και το πάθος αυτής
ὅμοια είναι νομίζει κανείς στης ηθοποιού τραγῳδοῦ
ὁ γύψος τοὺς μάδησε κιόλας αφού
παρήλθε ο χρόνος κι η ετυμηγορία εκκρεμεί
καθώς η μαγεία της δεν φαίνεται ικανή
Την κατάρα από του κασσίτερου τη
να ζωντανέψει γραφή.

Παραλλαγή στο Ε’ από το Θερινό Ηλιοστάσι του Γ. Σεφέρη

Ε´
Ὁ κόσμος τυλιγμένος στὰ ναρκωτικὰ σεντόνια
δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ προσφέρει
παρὰ τοῦτο τὸ τέρμα.
Στὴ ζεστὴ νύχτα
ἡ μαραμένη ἱέρεια τῆς Ἑκάτης
μὲ γυμνωμένα στήθη ψηλὰ στὸ δῶμα
παρακαλᾷ μία τεχνητὴ πανσέληνο, καθὼς
δυὸ ἀνήλικες δοῦλες ποὺ χασμουριοῦνται
ἀναδεύουν σὲ μπακιρένια χύτρα
ἀρωματισμένες φαρμακεῖες.
Αὔριο θὰ χορτάσουν ὅσοι ἀγαποῦν τὰ μυρωδικά.

Τὸ πάθος της καὶ τὰ φτιασίδια
εἶναι ὅμοια μὲ τῆς τραγῳδοῦ
ὁ γύψος τοὺς μάδησε κιόλας.

Γ.ΣΕΦΕΡΗΣ

cropped-574574_10151604258222348_329939267_n1.jpg

Παραλλαγή στο Θ’ από το Θερινό Ηλιοστάσι του Γιώργου Σεφέρη

Θ´
Μιλοῦσες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν τά ῾βλεπαν
κι αὐτοὶ γελοῦσαν,
με της αστoχασιάς τον τρόπο αντιμιλούσαν

Ὅμως νὰ λάμνεις στὸ σκοτεινὸ ποταμὸ
πάνω στα μαύρα νερά, με το φόβο οδηγό·
νὰ πηγαίνεις στὸν ἀγνοημένο δρόμο
στὰ τυφλά, πεισματάρης σε καιρό ζαρωμένο

καὶ νὰ γυρεύεις λόγια τo δάκρυ να σβήσουν το ριζωμένο
σὰν τὸ πολύροζο λιόδεντρο -τ΄ αδικημένο
στ’ αγιάζι στο λάβρο λιοπύρι και στο χαλάζι
ἄφησε κι ἂς γελοῦν, αλλάζει η μοίρα, κι αν δεν αλλάζει

Καὶ νὰ ποθεῖς νὰ κατοικήσει κι ὁ ἄλλος κόσμος μαζί
στὴ σημερινὴ πνιγερὴ μοναξιὰ τη φρεναπάτη αυτή τη θολή
στ᾿ ἀφανισμένο τοῦτο παρὸν – στο σημείο που την ελπίδα χαλά
ἄφησέ τους, σ’ ανταριασμένο καιρό το σκαρί να γυρνάς δε φελά

Ὁ θαλασσινὸς ἄνεμος κι ἡ δροσιὰ τῆς αὐγῆς
ὑπάρχουν και χωρὶς νὰ τὸ ζητήσει κανείς.

Και πάλι τι, θα ψιθύριζε ο άνεμος και η δροσιά της αυγής,
ποιά ιδέα θα φύλαγε στην κρήνη της δροσάτης πηγής,
αν δεν υπήρχες εσύ στην πηγή στη δροσιά στην αυγή
νόημα να δίνεις νου του ανθρώπου εργάτη εσύ.

Παραλλαγή στο Θ’ από το Θερινό Ηλιοστάσι του Γιώργου Σεφέρη

Θ´
Μιλοῦσες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν τά ῾βλεπαν
κι αὐτοὶ γελοῦσαν.

Ὅμως νὰ λάμνεις στὸ σκοτεινὸ ποταμὸ
πάνω νερά·
νὰ πηγαίνεις στὸν ἀγνοημένο δρόμο
στὰ τυφλά, πεισματάρης
καὶ νὰ γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σὰν τὸ πολύροζο λιόδεντρο –
ἄφησε κι ἂς γελοῦν.
Καὶ νὰ ποθεῖς νὰ κατοικήσει κι ὁ ἄλλος κόσμος
στὴ σημερινὴ πνιγερὴ μοναξιὰ
στ᾿ ἀφανισμένο τοῦτο παρὸν –
ἄφησέ τους.

Ὁ θαλασσινὸς ἄνεμος κι ἡ δροσιὰ τῆς αὐγῆς
ὑπάρχουν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσει κανένας.

Γιῶργος Σεφέρης – Θερινὸ Ἡλιοστάσι