τα κορδόνια Κων. Λουκόπουλος

ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Τέλειωνε ο Ιούλιος/
τα βράδια είχαν μέσα και τη μέρα,
μα η ασπίδα των άστρων ήταν ακόμη η θάλασσα/
στην άκρη ένας πλανόδιος με τραγιάσκα ύπνου, 
πούλαγε πράσινα νταριά/
τον θυμόμουν από τα πεδινά,
ήταν ρετσινάς, αγελαδάς και καρβουνιάρης/
ενώ σκάλιζε τα κάρβουνα με μαχαίρι,
οι σπίθες μύριζαν δόντια και οπλές
και μια ελαφριά βαρβατίλα
σαν των νεφών τα πλάτη μετά τους Αρχάγγελους/
οι δύο μας μόνο όπως βρισκόμασταν,
ούτε παιδιά, ούτε γονείς
κι η ασάλευτη γλώσσα του χρόνου,
π’ ανέπνεε στο σβέρκο μας/
Εκείνος, έλυνε συνέχεια τα κορδόνια του,
ενώ παρατάσσονταν
των αετωμάτων και των εκατόνταρχων τα δόρατα
εν υπνώσει,
τα μάτια του εξείχαν κατακόκκινα,
μες στο λευκό ενύπνιο/
Αιώνια κλαμμένος που τον έθαψαν με στενά παπούτσια
και τον δυσκόλευαν στο βάδισμα
(πως το κάνε αυτό η Φούλια του;)
πάνε κιόλας σαράντα χρόνια,
σώνει πια/
μόλις τον είδε που κόντευε του φώναξε:
– Σε καλόμαθα Θάνατε,
αθάνατε!/
έπειτα έτριξε…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 23 επιπλέον λέξεις

Advertisements

10 minimal σπουδές για τη φθορά και τη νύχτα ΙΙ / Κ. Λουκόπουλος

ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

PSX_20170423_190709.jpg
Ι
σ’ αυτή τη ζωή, έχουμε κι άγκυρες:
πχ
το φως της μάνας μας,
δεν επιταχύνεται
για κανένα
αδρανειακό παρατηρητή/

ΙΙ

λειτουργείς και δίχως όρια/
πως δεν το ξέρεις,
όταν νηολογείσαι στο Πορτ-ο-Πρενς
βαρκούλα εσύ,
καρυδότσουφλο των τροπικών/

ΙΙΙ

στην κοίλη κολυμβήθρα,
πώς να γλιτώσω από του χρόνου
την αρκούδα;
από τα χέρια μου αρπάζεται
– να μη γλιστρήσει-
και τα δαγκώνει,
όπου βρει/

betweenDogandWolf8_2005_4fca1b1f89eb5

IV

Όσο ξεφορτώνομαι την ποίηση,
βυθίζονται οι αποβάθρες
όπου ακουμπούσαν,
τα άρρητα φτερά τους οι Αρχάγγελοι/
άπτεροι ερίζουν πλέον
στον ύπνο μου,
για μια μπουκιά Θεό/

V

το δράμα της νύχτας,
αυτό το δρολάπι
από ασημένια κόκκαλα/
και το γαλάζιο κύμα των λύκων μες στο χιόνι/

VI

Νύχτα,
το αγαθό σου πέπλο
είναι ο θάνατος/
της λέω,
καθώς εκείνη με τραβά
στα τάρταρα,
με τη φαρέτρα της εξοπλισμένη,
νεράιδες των λιμνών/

sheep

VII

Θαυμάζουμε τους ανθρώπους για όσο διαρκεί,  έπειτα πάλι εκπίπτουν μέσα μας,
όπως το φως…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 162 επιπλέον λέξεις

εγκιβωτισμός ΧΙΙΙ/ η λίμνη

ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

arbus-child-in-a-nightgown-wellfleet-mass-1957-web

Προς το τέλος τα όνειρα εξελίχθηκαν σε ένα έκδοχο της πραγματικότητας, με όρια ασαφή. Μόλις ερχόταν ο ύπνος ενισχυμένος και μεταλλικός απ’ τα υπνοσεντόν, έβγαινα σε αυτήν την πόλη, όπως φυτρώνει στο τσιμέντο ένα αγριόχορτο: με πείσμα για να ζήσει. Τα σημάδια της εξαφανίζονταν κάτω από το βήμα μου, μα έβρισκα τον δρόμο μου κοιτώντας ψηλά, τους γλάρους να εφορμούν στα σκουπίδια. Μου φαινόταν πως είχαν περάσει χρόνια όπου μοιραζόμουν φαγητό μαζί τους, μέσα στις άστεγες θάλασσες. Όποτε περνούσα από χαμηλούς λόφους και λειμώνες, κρυβόμουν για λίγο στη ρίζα των λουλουδιών και υποκρινόμουν το χώμα. Τα μάτια μου όπως έσβηναν με το νερό της βροχής,  έμοιαζαν με κάρβουνα που χωνεύουν στον ασβέστη, και τα μαλλιά μου μύριζαν ρετσίνι και λιανά κλαριά, καπνισμένες λινάτσες και οξειδωμένες σιδερόβεργες, σαν να δούλευα ξανά εργάτης στα ευβοϊκά καμίνια.  Ποιος από τους φίλους να θυμόταν πια, εκείνο το κομμάτι μου; (την προλεταριακή μου πινελιά στη…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 452 επιπλέον λέξεις

ΑΝΤΡΕΪ (ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΪ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ)

«το σάψαλο του χρόνου/
στραγγισμένο από αίμα/
πλέει στο διάστημα/
τα μάτια της μπλε σαν άστρο που γεννιέται/
η μέρα/
μέρα τη μέρα/
λιγότερο μέρα/
η στέπα/
όσο φτάνει το μάτι κι άλλο τόσο/
κι άλλο τόσο/
κι άλλο τόσο/»

ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

nostalgia2

..ένα άρρωστο σκυλί/
ένας φαλακρός άντρας/
ξερό και άρρωστο χώμα

stalker.cd2[(020810)18-15-38]
και σκυλί και άντρας/
μια αγροικία πνιγμένη/

sacrifice
ένα λευκό κορμί/
γεμάτο χυμούς/
γεμάτο έρωτα/

ivanschildhood1 (1)     

υπερίπταται της κλίνης σαβανωμένο/
το νυχτερινό τρένο/
με θολά κόκκινα φανάρια/
υγρό και δύσοσμο/
αγκομαχητό/
μηχανές/
εκτυπώνουν την αλήθεια/

nostalghia_ii
σύντροφοι σκυμμένοι σε σοβιετικά μανουάλια/
βουίζουν στα αυτιά σου/
σφήκες του Αυγούστου/
άδειο το παρτέρι από ριχόσπερμα/
το σάψαλο του χρόνου/
στραγγισμένο από αίμα/

andrei-rublev1
πλέει στο διάστημα/
τα μάτια της μπλε σαν άστρο που γεννιέται/
η μέρα/
μέρα τη μέρα/
λιγότερο μέρα/
η στέπα/
όσο φτάνει το μάτι κι άλλο τόσο/
κι άλλο τόσο/
κι άλλο τόσο/

IVAN'S CHILDHOOD
το σύμπαν μια
τρύπα χωρίς τα χνώτα σου/
η αγάπη/
ένα δάκρυ ιδρώτα στο πηγούνι σου/
ο θάνατος/
για άλλους τέλος και λύτρωση και φόρεμα/
άλικο του πετρίτη/
γι άλλους σιωπή/
παντοτινή/
και στάχτη/

ακίνητη…

mirror

photos: από τις ταινίες, Νοσταλγία, Ο Καθρέφτης, Τα παιδικά χρόνια…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 10 επιπλέον λέξεις

μια αφορμή θέωσης/τρυγητής

Στο χωράφι με τις γκορτσιές, το σπίτι φούσκωνε, κι έσπρωχνε ως την αυλή μια τάβλα χαλαρή, την ακριανή απ’ το χαγιάτι. Έτριζε εκείνη στο καρφί της και σειότανε με παράπονο, ενώ η γριά κατάπινε ένα σύκο ακαθάριστο και τα μάτια της γουρλωμένα, κατάπιναν το κρεμασμένο. Τα μαλλιά κολλημένα στο κούτελο με παγωμένο ιδρό, μια ρυτίδα στο μεσόφρυδο, που την έκανε το Μάρτη, σαν τον σήκωσε ο δάσκαλος να πει για τον Διάκο και δεν ήξερε, πιο κάτω το πουλί του που είχε χύσει μες στο σώβρακο, την ώρα που έσπαγε ο σβέρκος και φράζαν τα λαιμά. Γριά μεν, πως να μην τον κοιτάξει εκεί, τέτοιο αγόρι. Τόνε βρήκαν οι ρουφιάνοι.

Απάνω του είδε που ‘σερναν το χορό οι νεροφίδες του Κάμπου, μερικά όρνεα λευκά σαν περιστέρια, με νύχια διπλάσια απ’ τα ράμφη, η μικρή τρυγόνα της Ζηνοβίας, που ξεράθηκε στο ύπνο της πριν κλείσει δύο μηνών, αγγελούδι. Κι η συγχωρεμένη η μάνα του με νυφικό χιονάτο, μόνο που δάκρυζε αίμα από τα βλέφαρα. Το μουλάρι πιο κει, δεμένο, ήσυχο, κοίταγε μια το σύκο, μια την κρεμάλα.

Και πώς τα βλέπε όλα τούτα; ήταν που ήταν άσπρα, παρότι η νύχτα βάθαινε.
Κ. Λουκόπουλος

ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

the flight no.5

Στο χωράφι με τις γκορτσιές, το σπίτι φούσκωνε, κι έσπρωχνε ως την αυλή μια τάβλα χαλαρή, την ακριανή απ’ το χαγιάτι. Έτριζε εκείνη στο καρφί της και σειότανε με παράπονο, ενώ η γριά κατάπινε ένα σύκο ακαθάριστο και τα μάτια της γουρλωμένα, κατάπιναν το κρεμασμένο. Τα μαλλιά κολλημένα στο κούτελο με παγωμένο ιδρό, μια ρυτίδα στο μεσόφρυδο, που την έκανε το Μάρτη, σαν τον σήκωσε ο δάσκαλος να πει για τον Διάκο και δεν ήξερε, πιο κάτω το πουλί του που είχε χύσει μες στο σώβρακο, την ώρα που έσπαγε ο σβέρκος και φράζαν τα λαιμά. Γριά μεν, πως να μην τον κοιτάξει εκεί, τέτοιο αγόρι. Τόνε βρήκαν οι ρουφιάνοι.

Απάνω του είδε που ‘σερναν το χορό οι νεροφίδες του Κάμπου, μερικά όρνεα λευκά σαν περιστέρια, με νύχια διπλάσια απ’ τα ράμφη, η μικρή τρυγόνα της Ζηνοβίας, που ξεράθηκε στο ύπνο της πριν κλείσει δύο μηνών, αγγελούδι. Κι η συγχωρεμένη…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 57 επιπλέον λέξεις