Δεν μπορούν όλα στο πόπολο να είναι προσιτά

Δεν μπορούν όλα στο πόπολο να είναι προσιτά

ο άνθρωπος τιμά αλίμονο  την καταγωγή του

από τα ζώα και απ’ την εκεί ανάλλαχτη δομή της εξουσίας

στην κοινωνία από την α-νόητη φύση την βγαλμένη


Και 30 χιλιάδες χρόνια πολιτισμού από τις πρώτες

στ’ ανήλιαγα βάθη σπηλαιογραφίες

δεν φτάνουν να ξεπλύνουν εκατοντάδες χιλιάδες

και εκατομμύρια φυσικής βαρβαρότητας


αν μιλάμε λοιπόν για νομοτέλεια

καλύτερα να μιλούμε για μια νομοτέλεια

της βαρβαρότητας και της ανισότητας

του πιθήκου που σκοτώνει τον πίθηκο


για να χει ελεύθερο στις θηλυκές

το εγωιστικό γονίδιο να πρυτανεύσει

στο αίμα να πνιγεί η χαρά, στη λήθη

να πορευτούν τα δικαιώματα κι η ισότητα


Δεν μπορούν στο πόπολο λοιπόν

να είναι όλα προσιτά

μα όσα μπορούν θα πρέπει και να είναι

γιατί αυτά δημιουργούν μιαν άλλη ελευθερία


μιαν άλλη τάξη πνευματική κι ιστορική

μιαν άλλη νομοτέλεια

μια νομοτέλεια νέα της ισότητας

και του πολιτισμού που είν ακόμη νέος.


Γι αυτό Λόγιοι κι άνθρωποι των γραμμάτω

κοιτάξτε σαν θα γράφετε, τ αυτί σας να γυρίζετε

σαν του ανθρώπου να ακούει, κειίνος που είναι

ο βαρκάρης σας , κείνος ο από τη λήθη λυτρωτής σας

Ρόδο της λύπης  και της λησμονιάς

Τραγούδι ημιτελές

Ρόδο της λύπης  και της λησμονιάς

Με το χρόνο ψηλώνει το φράγμα της λήθης

αδύναμες οι εικασίες μας μπρος στο επέκεινα

οι αριθμοί κάμαν πάλι τη δουλειά τους

Aπ’ το φράχτη των Ηλυσίων θα σε βλέπω Αναξίμανδρε

πρόσφυγας στη χώρα του ωραίου θανάτου

μ’άγνωστο κλέος κατακείμενος στου κανενός τη χώρα

Ρόδο της λύπης και της λησμονιάς

Όσα ξενύχτησα στην χώρα εκείνη θα χαθούν

Κι όσα αξίζαν νέον ικέτη θα ζητούν

Δεν θα μου πέμπεις και μήτε θα μηνάς

Ρόδο της λύπης και της λησμονιάς

Μιαν αδιόρατη επιθυμία θα χεις για  ζωή

Μια λύπη καρφωμένη θα χω που θα ναι φυλακή

Ρόδο της λύπης και της λησμονιάς

Θολώνει η ζωή κι ο ερωτας φονιάς

Facebook

H ποιητής

H ποιητής βρίσκεται πάντα σε μια κατάσταση τεταμένης ευαισθησίας υπερβάλλουσας ελπίδας και δραματικής ήττας, έτσι φαντάζομαι την ποίηση και το υποκείμενο που την επιδιώκει.

_________________________________________________________________________

Στην μυθώδη άγνωστη Λυ_Πη

Αναθυμούμαι το μαγευτικό γυμνό γλυπτό της

τα φιλήδονα γεμάτα άγρια προσμονή χείλη τη

Το στήθος της αρμονική Υπερβολή

με ρόδο πορφυρό στην κορυφή

Το κορμί της υπέρκομψο τόξο

τανυσμένο, γλυπτό του Μπερνίνι

Τον πολιτισμό της ηδονής, την τέχνη

του έρωτα της, υπόδειγμα θυμούμαι

Tον πόθο της που άχραντα μέ λουζε

με τη δύναμη του μήποτε πραγματικού

____________________________________________________________________

Η Ποιητής είναι σαν γράφει μια ξεχασμένη νυχτοπεταλούδα

που βλέπει ονείρατ’ ανείπωτα για τον κόσμο που μέλλεται,

κάποτε τα ρήματά του φαντάζουν γραφικά και μόνον

πολύ αργότερα ίσως όταν είναι βέβαια πολύ αργά

κείνα παίρνουν σχήματα ανάμεσα στα σχήματα του κόσμου

και φανερώνεται η κοφτερή διαύγεια του πνεύματος του

να μιλήσει για την αλήθεια του όντος με μια γλώσσα

που κατανοεί την ομορφιά του παρόντος.

στων πικρών γηρατειών την αμάχη

στων πικρών γηρατειών την αμάχη
εκαρτέρα η πείνα κι τ’ ατελειωτο άχτι
τι τα νιατα λαμπρά προμηνούσαν
και στεφάνια στην κόμη φορούσαν
της ιστορίας μαύρο αιώνες γινάτι
στον φτωχό κυκλοφέρνει πάντα την άτη
————————————————-
στων πικρών γηρατειών την αμάχη
εκαρτέρα η πείνα κι τ’ ατέλειωτο άχτι
κι αν τα νιάτα λαμπρά προμηνούσαν
της ιστορίας μαύρο αιώνες γινάτι
τι στεφάνια αν στην κόμη φορούσαν
στον φτωχό κυκλοφέρνει πάντα την άτη

11905387_10153596598774322_308881519187119735_n

φωτο: πρόσφυγες μπροστά απο τo Ελληνικό κοινοβούλιο, πηγή διαδίκτυο

Το ουίσκι

Παντού ένας κύκλος γνώριμων συνηθειών
η ζωή στην κανονικότητα της αποδοχές σιωπηρές
στα δόντια μου βρυγμός της μανίας ο σκοπός
καταστέλλει την ποιητικότητα του έγγαμου βίου ο ρυθμός

θέλω να μιλήσω την αλήθεια
αλλά η αλήθεια κρύπτεται φιλεί
θέλω να αγαπήσω το χειμώνα
αλλ’ η αγάπη την άνοιξη ποθεί

είμαι σε μια κατάσταση ενεή ασύστατη και εφεκτική
το νόημα ψάχνω μα εκείνο σε αλλη αυλή κατοικεί
για χάπια από μπρόκολο διαβάζω που νικούν τον καρκίνο
είναι το ξέσκισμα της σάρκας ηθικό όταν γίνεται από σκύλο;

Το ουίσκι θερίζει τον Στοππάκιους Πάπενγκας η καρδιά μου κρυώνει
και στον αρίθμητο κόσμο ένα περιστέρι ψειρίζει τα φτερά του, Ω Πόπλιε Νάσε
τον πρώτο Αθάνατο φαντάζομαι κάπου στα 2107 σε ένα ατύχημα πεθαίνει
να νικήσουμε το Θάνατο είναι μια εικασία δίχως νόημα, Ρούφα και σκάσε

Peter Henry Emerson2