κι όμως κυλούν οι μέρες όπως όπως

Cryptic memories

“Τώρα μπορεῖς νὰ κοιτάξεις μὲ γαλήνη τοὺς κύκνους

δές τους, εἶναι κατάσπροι σὰν τὸν ὕπνο τῆς νύχτας”

Γ.Σ.

Είναι σαν λεκές από μελάνι

καθώς την άδικη καταδίκη έγραψες στον άνθρωπο,

αυτή απλώθηκε και μαύλισε όλη την αθωότητα,

κι όμως κυλούν οι μέρες όπως όπως,

άβλαβες και τίποτα δεν φέρνουν,

αλίμονο, στο χρόνο τον παντοτινό με

πόνου κραυγές τρέφεται η ψυχή,

κόψιμο από μαχαίρι, αργό και βαθύ,

που σ’ έσφαξε αφού σε στέγνωσε.

Καi Μεσ’ το σκοτάδι,

το ζεστό το φως απ’ το κεράκι,

που άναψες στην εκκλησιά

επάνω σε μιαν απλωσιά

και τον κυκλαδίτη Ζέφυρο,

η νιότη ένα όνειρο, τώρα η ζωή,

με τη ψυχή να ορμηνεύει τ’ άψυχα.

Το πρώτο ψέμα ήταν το καλλίτερο,

όλα τα τα ψέματα σε μια σπείρα

να το μιμούνται, ανήθικα άψογα

και μορφολογικά χυδαία,

Ζητώ λοιπόν από τον ποιητή την ηθική.

Μα κι ο ποιητής μπροστά από έναν άνθρωπο δεν κρύβεται;

Τότε ζητώ από την ηθική τον ποιητή.

Το βλέμμα που μας κοιτά είναι το δικό μας βλέμμα,

μέσα στο σκοτεινό των αντικατοπτρισμών λαβύρινθο,
[ Through a Glass Darkly ]

οι σκέψεις σαν είναι δίκαιες είναι δανεικές,

από τις προσευχές που φυσά ο θεός

στην πνοή του κόσμου.

Κανείς έρωτας δεν είναι τυφλός,

Οι δύο καρδιές μας δύο τεράστιοι πυρσοί

που θα ανακλάσουν το διπλό τους φώς

στο δύο μας πνεύματα, αυτά τα δίδυμα είδωλα

«Πόσες φορὲς κοιτάζοντας ἀπὸ τὸ βράχο γέρνω

Καὶ τὸν ἀφρὸ τῆς θάλασσας γιὰ τὰ πανιά της παίρνω!»

Το μόνο που θα θυμάσαι όταν το μαύρο κύμα

έλθει, η θολή εμπειρία απ’ το κρίμα η τ’άδικο

απ’ την αγάπη η την ερημιά.

Daido Moriyama

Advertisements

Γκρίζο θολό απόγευμα του Αυγούστου

«Μέσα σ’ αυτό το κουτί είναι η ζωή όταν αρχίσει να γίνεται ανυπόφορη,

αν τ’ αφουγκραστείς θα την ακούσεις πώς ανασαίνει»

Γ.Σ.

Το γκρίζο θολό απόγευμα του Αυγούστου

είχε κατηφορίσει στην πόλη,

και ένας ζεστός αγέρας θόλωνε κι άλλο τη νόηση

κυκλοφορώντας σαν

ανυπόφορος αλήτης στους δρόμους.

Ένα κλάμα με δάκρυ ξερό και άνυδρο,

όση απαντοχή και να κάναμε,

μας νικούσε,

δεν υπήρχε πια το δάκρυ αθώωσης

που σταλάζει στις ψυχές,

μετά τη λύση γοερού δράματος,

αυτό που κάθε αναφιλητό

είναι σαν πνοή δροσερού θερινού ανέμου,

μόνο εκείνο το δάκρυ

καυτό σκυλίσιο καύμα μεσημβρινής ώρας

είχε σταθεί στο λαιμό, βρόχος θανάτου.

Κι η αλήθεια ήταν μόνο ένα σαρκοβόρο θηλυκό

που μεγάλωνε από τη θυσία της αδελφής της,

όμορφη ίδια Ελένη της Τροίας που

για χάρη της θα έπρεπε

να βρούμε ένα ακροθαλάσσι σα του Γέρου Πρωτέα,

για να λειαίνει τον πόνο

που ήταν καθώς μαθαίναμε

ο αθάνατος αδελφός της.

Αχ πόνε, που στον άνθρωπο μ’ έβγαλες,

πόνε εχθρέ την ίδια ώρα σύντροφε,

πόνε ξένε, που μέσα και

πάνω στο πετσί μου κατοίκησες,

πόνε θάνατε, που θάνατος αργός έγινες.

«Όχι !!

δεν σπάει η ψυχή»,

μον’ κάνει βαθιές ρωγμές αχάραγες,

πτυχώσεις αφήνοντας εκφραστικές,

σε γλώσσα και μορφή,

έξεις και πάθη σύρανε

για χρόνο αργόσυρτο,

που γλίσχρος πέταξε σε μια στιγμή θανάτου

εκεί ώσπου άγγελος η δαίμονας,

καταλείπει.

«μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον

σπεῦδε, τὰν δ᾽ ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν.»

Μήποτε γίνουμε εκείνοι οι άνθρωποι

με τους μάρτυρες τους κακούς,

και τις ψυχές τις βάρβαρες.

«ἀέρηδες σώματα κύκνων» άϋλοι αθάνατοι άγγελοι ποὺ

μείνατε «ἄσπιλοι τρυφεροὶ καὶ ἀκίνητοι”

ενωθείτε σε προσευχή γαλήνια

ψυχής συγχώρεση μαζί μας.

Σ.Φ. Αυγουστος 2012

The Great Sphinx. Giza, Egypt. 1860-1890.