πως αφεθήκαμε στην φθορά;

 

ήμασταν τόσο
φωτεινές
ελπίδες
σαν παιδιά
πως αφεθήκαμε 
στην φθορά;

Δεν τα καταφέρνουμε
αλλά υπάρχει η ανάμνηση
του Έρωτα
κι ασπαίροντας την αναζητούμε

Σαν τη μέλισσα τρυγώ
σ’ αλλά στέκομαι με θαυμασμό
κι άλλα πέρα τα ρίχνω στο γιαλό
μα κείνο που μου γυρίζει το κεφάλι
της συντεχνίας είναι τ αδιόρθωτο το χάλι

Ανθρώπινο είναι δεν πειράζει
να κουβαλάς νερό και να πορδίζεις
μη παριστάς όμως τον παπά
και μου ζητάς και σεβασμό

 

————————————-

ήμασταν παιδιά ελπίδες  τόσο
φωτεινές
πως  αφεθήκαμε έτσι
στην φθορά;

Δεν τα καταφέρνουμε
αλλά υπάρχει η ανάμνηση
του Έρωτα
κι ασπαίροντας την αναζητούμε

 

Σαν τη μέλισσα τρυγώ
σ’ αλλά στέκομαι με θαυμασμό
κι άλλα πέρα τα ρίχνω στο γιαλό
μα κείνο που μου γυρίζει το κεφάλι
της συντεχνίας είναι τ αδιόρθωτο το χάλι

Ανθρώπινο είναι δεν πειράζει
να κουβαλάς νερό και να νομίζεις
μη παριστάς όμως τον παπά
και μου ζητάς το  σεβασμό

 

 

 

 

 

Είχε τρελαθεί

Είχε τρελαθεί, συνομιλούσε
με τον βαθύ του εαυτό τον Θείο Πάνα
το σύμπαν τη μοίρα το Θεό
μονολογούσε στην ιστορία, το αναπότρεπτο
και το μεγάλο της φαλλό, μιλούσε στην Μπέλλω και 
στ΄ απώτατο κακό, μιλούσε στον Βύρωνα
και σ’ άλλον έναν, απ το χωριό,
μαζί ήταν και χώρια μα για καλό,
στο Διγενή μιλούσε στο Δέκα το καλό
στον Μάρξ, στο Μπλε βιβλίο
και στου Σπινόζα την ηθική
ήταν αυτός και άλλοι δέκα ως ποταμός
σε σπιν γυρνούσε σαν κοπετός
κι όλο θαρρούσε κι όλο μιλούσε
και στην απόξω έβγαινε σαν μοναχός
απ’ όλους κι όλα, κι από τον έναν
μα και τον άλλο σε παραπέτα και σε καπνούς
με πολιτσμάνους και χωρικούς
με τον Αντώνη και τον Μαρία
όλα θε ναναι μιαν αβαρία, πέφτουν
τα σύννεφα πέφτουν τα χιόνα
φεύγουν οι άνθρωποι σα χελιδόνια.

__________________________________

 

Είχε τρελαθεί, συνομιλούσε
με τον βαθύ του εαυτό τον Θείο Πάνα
το σύμπαν τη μοίρα το Θεό
μονολογούσε στην ιστορία, το αναπότρεπτο
και το μεγάλο της φαλλό, μιλούσε στην Μπέλλω και
στ΄ απώτατο κακό, μιλούσε στον Βύρωνα
και σ’ άλλον έναν, απ το χωριό,
μαζί ήταν και χώρια καλό το λες μα και κακό,
στο Διγενή μιλούσε στο Δέκα το καλό
στον Μάρξ, στο Μπλε βιβλίο
και στου Σπινόζα την ηθική
ήταν αυτός και άλλοι δέκα ως ποταμός
σε σπιν γυρνούσε σαν κοπετός
κι όλο θαρρούσε κι όλο μιλούσε
και στην απόξω έβγαινε σαν μοναχός
απ’ όλους κι όλα, κι από τον έναν
μα και τον άλλο σε παραπέτα και σε καπνούς
με πολιτσμάνους και χωρικούς
με τον Αντώνη και τον Μαρία
όλα θε ναναι μιαν αβαρία, πέφτουν
τα σύννεφα πέφτουν τα χιόνα
φεύγουν οι άνθρωποι σα χελιδόνια.