ιδιωτικής παραμυθίας

Στεκότανε παράμερα κειδά τώρα θλιμμένος
που το καλό απ’ το κακό πάλι δεν εξεχώρει
κι ας ήτανε που βούλιαζε στους χάρτες του καράβια
για τη στιγμή που θάρχονταν και θα ταν καπετάνιος,
της βούλησης και της στιγμής και δεν θα ξαστοχούσε
να ορμηνέψει για καλό, να προφυλάξει στο κακό
Τίποτα δεν του μάθανε τα τόσα του τα λάθη
τον βρήκαν μεσοπέλαγα με όλα του τα πάθη
να στέκει να παραμιλά και με τα τα λόγια μόνον
της τέχνης της θλιμμένης του απόφαση να πάρει
ποια θα τανε τα άριστα ούτε κι αυτό θαρρούσε
Καθότανε και μέτραγε, ξεμέτραγε αιώνες
πως ήταν ίδιοι πάντα οι καιροί μ’αφεντικά
και σκλάβους, μόν’ αλλάξαν τώρα κοντά
τα σχήματα κι οι όροι, και πάντα θα πεθαίνουνε
οι σκλάβοι κάθε μέρα, κι οι αφεντάδες
μια φορά μέσα στες ηδονές τους
έπεσε μέσα του κι αυτός στη λύπη και στο κλάμα
βάμμα μπλαβί είν΄η ζωή κι ο θάνατος σε βγάνει
στην πόλη π’ όλοι όμοιοι σανίδα ξαπλωμένοι
το επιμύθιο λοιπό ετούτο φύλαξε το
δημοκρατία δεν θωρείς πριν σε ξαπλώσουν τάβλα

 

LAIKOS