Ετικέτες

, ,

Δυο σχεδιάσματα

α

Είναι μια παραλία σε ένα ξεχασμένο νησί της νιότης μου
ιδανική με άμμο χρυσή

σε έναν αμμόλοφο που δεσπόζει πάνω της
είναι θεμελιωμένη μια καλοκαιρινή κατοικία
που δέρνεται από τον άνεμο
και θεωρεί τον μικρό κόλπο

όταν της κάνω έρωτα στο ύπνο μου
σε κείνη την κατοικία της κάνω έρωτα

είναι μεσημέρι
μέσα στο σπίτι έχει δροσιά
και τα χείλη μου είναι δροσερά
όπως το κορμί της μελαχρινό και γλυπτό

έξω φυσά τ’ απαλό αγέρι και τραγουδούν τα τζιτζίκια
αλλά δεν υπάρχει ζέστη είναι όλα
δροσερεμένα απο το λάστιχο στη βεράντα
και κείνη είναι σαν τ’ απαλό νερό
το κοχύλι τ’ανοιχτό

β

Το γλυκό γέλιο των νεαρών κοριτσιών
με συνοδεύει απ το διπλανό δωμάτιο
κι αυτό το κόσμο αλλάζει
έστω κι αν είναι για λίγο

ανοίγω τα πέταλα της συνείδησης στην ανεξικακία
και την τρυφερότητα

τα ρυάκια αφήνω και τα πετάσματα του νου
στην ελαφρότητα και την σαγήνη του μικρού

απομακρύνομαι για να ζήσω δίχως προστασία
τα μυρίσματα των ημερών και τους θρόους τους

στων καιρών τα χαλάσματα με της γης τα φαντάσματα

σταμάτησα να ακούω και ακούω τη βροχή
σταμάτησα να βλέπω και βλέπω τη θάλασσα
σταμάτησα να νιώθω και νιώθω τον αγέρα
σταμάτησα κι ατενίζω τα σύννεφα στ’ άστρα

το κόσμο ξαναστήνω να γελά

Στη διάχυση προσοχής τη βουκέντρα διάσπαση
εγώ αντιδρώ αυτιστικά
με ανάγνωση σιωπή και λησμονιά

 

Advertisements