The sun is not in love with us,
Nor the corrosive sea…

Βράχια πάνω απ’ το πέλαγος· η πετρωμένη οδύνη
φυλακισμένου πλάσματος στο λίθινο εαυτό του·
ξεράθηκε το ανάβρυσμα στο ρίζωμα της πέτρας·
άρμη σαν τέφρα, οίηση θαλασσινής αιθρίας.

Αγάλματα με τον καιρό γίνονται οι αναμνήσεις
οι ακατέργαστες μορφές των θάμνων και των βράχων
μια σιωπή μεσημεριού το πυρωμένο ατσάλι.
Σε τέτοια απύθμενη σιγή ποιοι κατοικούν θαμμένοι

βαθιά μέσα στα σώματα της φλογισμένης πέτρας
πάνω σε ράχη απάνθρωπη σ’ άγριο καλοκαίρι;
Πάθη και πόνοι και λυγμοί κλεισμένοι στο γρανίτη
όπου αναπήδησε νερό, στέγνωσε με τα χρόνια,

και τα πουλιά γυρίζουνε, οι γλάροι τα κοράκια,
πάνω απ’ την άγονη στεριά· προμήνυμα θανάτου.
Βραχότοποι καρτερικοί στο θερινό τους άλγος,
κήποι και κοιμητήρια των σκύλων των προβάτων,

γεμάτοι κόκαλα ζεστά κούφια κιτρινισμένα
γεμάτοι φίδια ευέλικτα στο χώμα με τ’ αγκάθια.
Κι ο άνεμος αλύπητα περνά και μαστιγώνει
ανθεκτικά μορφώματα, ανέκφραστα, υψωμένα

μέσα στο μένος του καιρού στην άγρια αγωνία
του μελτεμιού που απλώνεται κυρίαρχο σαν άγχος
λες κι η ψυχή του αναζητά την ύστερη γαλήνη
σ’ αυτά τ’ απολιθώματα που αμίλητα κοιτάνε.

Μα πότε πέρα θα φανούν ψηλά τείχη δακρύων
(και στους συκιώνες μια οσμή – το γάλα της Ελένης)
μες στην καρδιά του λιοπυριού μια νύξη καταιγίδας:
μνήμη της λύπης που γυρνά και καταργεί τη λήθη

αλλά το σφρίγος του καιρού τη σβήνει· οφθαλμαπάτη.
Ξανά στη στέγνια την τραχιά, μαράζι της αρμύρας,
τα κύματα αδυσώπητα δέρνουν την ερημία
τα φιλντισένια βότσαλα τους ρωμαλέους όγκους.

Μια νύχτα του Ερμαφρόδιτου, 1989

Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό

.

The sun is not in love with us,
Nor the corrosive sea…

Βράχια πάνω απ’ το πέλαγος· η πετρωμένη οδύνη
φυλακισμένου πλάσματος στο λίθινο εαυτό του·
ξεράθηκε το ανάβρυσμα στο ρίζωμα της πέτρας·
άρμη σαν τέφρα, οίηση θαλασσινής αιθρίας.

Αγάλματα με τον καιρό γίνονται οι αναμνήσεις
οι ακατέργαστες μορφές των θάμνων και των βράχων
μια σιωπή μεσημεριού το πυρωμένο ατσάλι.
Σε τέτοια απύθμενη σιγή ποιοι κατοικούν θαμμένοι

βαθιά μέσα στα σώματα της φλογισμένης πέτρας
πάνω σε ράχη απάνθρωπη σ’ άγριο καλοκαίρι;
Πάθη και πόνοι και λυγμοί κλεισμένοι στο γρανίτη
όπου αναπήδησε νερό, στέγνωσε με τα χρόνια,

και τα πουλιά γυρίζουνε, οι γλάροι τα κοράκια,
πάνω απ’ την άγονη στεριά· προμήνυμα θανάτου.
Βραχότοποι καρτερικοί στο θερινό τους άλγος,
κήποι και κοιμητήρια των σκύλων των προβάτων,

γεμάτοι κόκαλα ζεστά κούφια κιτρινισμένα
γεμάτοι φίδια ευέλικτα στο χώμα με τ’ αγκάθια.
Κι ο άνεμος αλύπητα περνά και μαστιγώνει
ανθεκτικά μορφώματα, ανέκφραστα, υψωμένα

μέσα…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 98 επιπλέον λέξεις

Advertisements