Dick Arentz, 1987Για μια στιγμή, κι έπειτα, κάτι.
Robert Frost

Άλλοι με χλεύασαν στου πηγαδιού έχοντας σκύψει τις γωνιές
λάθος πάντα στο φως εγώ κι έτσι μη βλέποντας το πως
βαθύτερα μες στο πηγάδι από όπου το νερό
Πίσω ξανά μιαν επιφανειακή αστραφτερή εικόνα μου γυρνά
Τον εαυτό μου εμένα στο θερινό τον ουρανό σαν το θεό
Μέσα από φουντωτά κλαριά και συννεφάκια απαλά να ξεπηδά.
Μα μια φορά, καθώς σε μιαν του πηγαδιού γωνιά,
σκυμμένος προσπαθούσα, ξεχώρισα, καθώς θαρρούσα,
απ τη εικόνα πέρα, κι απ’ την εικόνα μέσα, ένα κάτι λευκό, ακαθόριστο.
Κάτι απ τα βάθη πιότερο – μα το χασα μετά.
Ήλθε τότε νερό, το καθαρό πολύ νερό να απωθήσει
Σταγόνα έσταξε από θάμνο, και ω, μια ρυτίδα στο νερό
Τάραξε οτιδήποτε πέρα κει που στο βυθό καθόνταν
Το θόλωσε, το έκρυψε. Τι να τανε εκείνη η λευκότης;
Αλήθεια; Ένα βότσαλο από χαλαζία ; Για μια στιγμή, κι έπειτα, κάτι.

Απόδοση Στρατής Φάβρος

For Once, Then, Something
By Robert Frost

Others taunt me with having knelt at well-curbs
Always wrong to the light, so never seeing
Deeper down in the well than where the water
Gives me back in a shining surface picture
Me myself in the summer heaven godlike
Looking out of a wreath of fern and cloud puffs.
Once, when trying with chin against a well-curb,
I discerned, as I thought, beyond the picture,
Through the picture, a something white, uncertain,
Something more of the depths—and then I lost it.
Water came to rebuke the too clear water.
One drop fell from a fern, and lo, a ripple
Shook whatever it was lay there at bottom,
Blurred it, blotted it out. What was that whiteness?
Truth? A pebble of quartz? For once, then, something.

Dick Arentz, 1987