«If we must die, O let us nobly die,»

Νάρκισσος μες την μορφο-συντακτική σπατάλη
Την αμετροέπεια του λίγο τυφλού
γραμματοσκώληκα Που έφτασες να είσαι
Σε καταλαβαίνω πρέπει και εσύ
να φας ένα πιατί φαγί να εσοδέψεις
για τ’ άμοιρο το σπιτικό , της συντυχιάς το μάζεμα

όχι μομφή δεν θα προσάψω ούτε σε ψέγω
για τους τρόπους που έχεις να πορίζεσαι
μα μη το λαχταράς να στους παινέψω

Άσε με δω στη λύσσα μου στη μαύρη
Την κατάντια,
Θάνατος μου ο φόβος του θανάτου
Θάνατος δίχως βουλή και δίχως έρμα
Χίλιες φορές σταυρό να κουβαλώ

Μέσα σε τόπο ίσα μια χεσιά
Με ρεμεδίες και μουσικές
Αλοσυδνές τρυφής μικρής της μοίρας
Και μαλαδίες σε χωρία δίχως τελειωμό
και δίχως δόξαση και δίχως ζήση
Και που μ’ αλυσοδένανε με να γκωνάρια
Δε μου λαχε να μου πρέπε Ήρωας να πεθάνω

“The rare original heartsbleed goes,
in the folds and wizenings, flows”
γίνεται ο κόσμος μια μηχανή από
μεθυσμένους ολοένα γρίφους γύρω μου
καραβοτσακισμένος στο σκοτεινό
σαν νοσταλγώ γιατάκι μου να είμαι
και βλέπω καθαρότερα κείνον
που πάνω στέκεται
στου κύκλου μου το κέντρο

Διψάει η ψυχή, μα θα βρεθούν οι μουσικές
που θα τηνε ποτίσουν και κείνες
παύουν σαν του κάτω κόσμου νυχτερίδες
να τσιρίζουν σαν την ψυχή
που δίψασε αντικρίσουν
If we must die, O let us nobly die,

at2

Photo : Eugene-Atge

Advertisements