ΠΑΝΤΟΥΜ

Νύχθ’ υπό λυγαίαν
ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ
{κάτω από σκοτεινή νύχτα}

Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι!
Βουβό, όπως πάντα, στα βαθιά νερά κυλάει απόψε, μα πού ‘σαι;
ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, βράδυ
όταν πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.

Βουβό, όπως πάντα, στα βαθιά νερά κυλάει απόψε, μα πού ‘σαι;
Ω κοίταξε πέρα Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα μύρια καράβια
όταν πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.
Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει δεινής χασμωδίας σημάδια

Ω κοίταξε πέρα Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα μύρια καράβια
Στες πρύμνες τους, ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο, ο Χάρος,
Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει δεινής χασμωδίας σημάδια
μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη εξώκοσμος φάρος

Στες πρύμνες τους, ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο, ο Χάρος
Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους τόπους φυλούνε ,ξέρουνε πως
μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη εξώκοσμος φάρος
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων, γυμνό γαλάζιο φως

Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους τόπους φυλούνε ,ξέρουνε πως
τεράστιο φάντασμα, χυμένο σε γυμνό γαλάζιο φάος σα σκυλί αλυχτάει
βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων, γυμνό γαλάζιο φως
Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν οι αύρες του αρχιπελάγους που αίμα διψάει

τεράστιο φάντασμα, χυμένο σε γυμνό γαλάζιο φάος, σα σκυλί αλυχτάει
από τα νέφη της Νοτιάς που θυελλικά υφασμένη κρώζει και πάει.
Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν οι αύρες του αρχιπελάγους που αίμα διψάει
στις φρυκτωρίες οι φύλακες των παγωμένων πόλων το κοιτούν, να περνάει

από τα νέφη της Νοτιάς που θυελλικά υφασμένη κρώζει και πάει.
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι, καθώς πέφτει η βαλσαμική αμφιλύκη
στις φρυκτωρίες οι φύλακες των παγωμένων πόλων το κοιτούν, να περνάει
σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα σε βοστρύχους πλεγμένα
κόκκινα φύκη

ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι, καθώς πέφτει η βαλσαμική αμφιλύκη
στα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα, το έρεβος σ’ατέρμονα χάη βουτάει
σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα σε βοστρύχους πλεγμένα
κόκκινα φύκη
ήλιοι ωχροί, σε παναρχαίες τροχιές παγωμένοι, της λήθης η ζώνη σ’αρπάει

στα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα, το έρεβος σ’ατέρμονα χάη βουτάει
Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων, ψυχών τραυμάτων
ήλιοι ωχροί, σε παναρχαίες τροχιές παγωμένοι, της λήθης η ζώνη σ’αρπάει
ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτόν αντήχησαν, τον ρόγχο καυμάτων

Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων, ψυχών τραυμάτων
Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι.
ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτόν αντήχησαν, τον ρόγχο καυμάτων
(η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!) Ω τραγικό ισχνό ρημάδι

( Μεταγραφή ποιήματος του Καίσαρα Εμμανουήλ στην τεχνική του Παντούμ)

Για την Μεταγραφή Στρατής Φ.

marcel

http://www.google.gr/imgres?imgurl=&imgrefurl=http%3A%2F%2Fwww.surrealists.co.uk%2Fgallery%2FMarcel_Duchamp&h=0&w=0&tbnid=aec05bf12O4zGM&zoom=1&tbnh=267&tbnw=189&docid=zYAoLx_Ghgd9bM&tbm=isch&client=firefox-a&ei=19YhVNfIN6aaygPXtoCgAQ&ved=0CAQQsCUoAA

Advertisements