Κηποι της Βροχης

Νυχτώνει κι είν’ η ακτή μακριά κι είναι σιωπή∙
μολύβι στις κορφές η απεραντοσύνη
ειρκτή αδιόρατη και τρίκλιτη σκεπή
πάνω απ’ του λογισμού την άφατην οδύνη.

Μολύβι στις κορφές η απεραντοσύνη
συντρίμμια κομητών αέναα ταξιδεύουν
πάνω απ’ του λογισμού την άφατην οδύνη∙
χαμογελώντας οι νεκροί όλο αλαργεύουν.

Συντρίμμια κομητών αέναα ταξιδεύουν,
σταγόνες ουρανού τη θύμηση νοτίζουν∙
χαμογελώντας οι νεκροί όλο αλαργεύουν
κι αμέθυστοι οι στιγμές κυλούν και λαμπυρίζουν.

Σταγόνες ουρανού τη θύμηση νοτίζουν.
Μυριόκλωνη τ’ αλλοτινού καιρού η ροδιά
κι αμέθυστοι οι στιγμές κυλούν και λαμπυρίζουν,
γλιστρούν στης θάλασσας οι ανέμοι την ποδιά.

Μυριόκλωνη τ’ αλλοτινού καιρού η ροδιά
ξυπνούν πουλιά λαλούν για τη χαρά που εχάθη,
γλιστρούν στης θάλασσας οι ανέμοι την ποδιά∙
τ’ άνθος ποιος τ’ άγγιξε κι έγειρε κι εμαράθη.

Ξυπνούν πουλιά λαλούν για τη χαρά που εχάθη,
άγαλμα πάλλευκο η γυμνή ψυχή στα σκότη∙
τ’ άνθος ποιός τ’ άγγιξε κι έγειρε κι εμαράθη,
ηχώ μοναχικού κλειδοκυμβάλου…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 39 επιπλέον λέξεις

Advertisements