Μαρία Υψηλάντη, Παντούμ

Κηποι της Βροχης

Νυχτώνει κι είν’ η ακτή μακριά κι είναι σιωπή∙
μολύβι στις κορφές η απεραντοσύνη
ειρκτή αδιόρατη και τρίκλιτη σκεπή
πάνω απ’ του λογισμού την άφατην οδύνη.

Μολύβι στις κορφές η απεραντοσύνη
συντρίμμια κομητών αέναα ταξιδεύουν
πάνω απ’ του λογισμού την άφατην οδύνη∙
χαμογελώντας οι νεκροί όλο αλαργεύουν.

Συντρίμμια κομητών αέναα ταξιδεύουν,
σταγόνες ουρανού τη θύμηση νοτίζουν∙
χαμογελώντας οι νεκροί όλο αλαργεύουν
κι αμέθυστοι οι στιγμές κυλούν και λαμπυρίζουν.

Σταγόνες ουρανού τη θύμηση νοτίζουν.
Μυριόκλωνη τ’ αλλοτινού καιρού η ροδιά
κι αμέθυστοι οι στιγμές κυλούν και λαμπυρίζουν,
γλιστρούν στης θάλασσας οι ανέμοι την ποδιά.

Μυριόκλωνη τ’ αλλοτινού καιρού η ροδιά
ξυπνούν πουλιά λαλούν για τη χαρά που εχάθη,
γλιστρούν στης θάλασσας οι ανέμοι την ποδιά∙
τ’ άνθος ποιος τ’ άγγιξε κι έγειρε κι εμαράθη.

Ξυπνούν πουλιά λαλούν για τη χαρά που εχάθη,
άγαλμα πάλλευκο η γυμνή ψυχή στα σκότη∙
τ’ άνθος ποιός τ’ άγγιξε κι έγειρε κι εμαράθη,
ηχώ μοναχικού κλειδοκυμβάλου…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 39 επιπλέον λέξεις

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s