Και τι θα ήταν ένα φεγγάρι δίχως ποιητές,
μια φλούδα χρώμα σε ένα μαύρο ουρανό;
Και λίγοι ποιητές θα έφταναν μονάχοι
τον ποταμό της ποίησης να τον γεμίσουν;
τις αποχρώσεις των νερών της ζωής να περιγράψουν;

Ο Ανεπίδοτος ο ανέκφραστος έρωτας είναι θαρρώ ο πιο μεγάλος
Κι ας μην είχες το θάρρος να τον ζήσεις.
Με κείνο το κορίτσι θα είμαι αιώνια μαγεμένος
Έναστρος ουρανός από ατλάζι στο μπλε του κοβαλτίου
Να προβάλει
Έστω και αχνά στο θολό του χρόνου μου ανέμισμα

Μας καταναλίσκει τόσο πολύ η βύθιση στο εγώ μας
που μόνο από τύχη ερχόμαστε σε επαφή
με αυτό που ονομάζουμε Kόσμο.

Οι επαναστάσεις δεν γίνονται
από πνεύματα εξαιρετικά,
αλλά από κείνα που
για κάποιον ανεξήγητο
και εν πολλοίς λόγο ιδιοσυγκρασιακό
έμαθαν κάποια στη ζωή τους στιγμή
το ρυθμό του Άλλου να ακούν.
Σταθείτε ένα λεπτό και αναδυθείτε
από την ατέλειωτη σιγή του σολιψισμού,
ειλικρινώς όμως, και όχι
ως πάντα αμετανόητοι και Προσποιούμενοι.
Κι ας μην έχω γι αυτό κάτι να σας προσφέρω.

Είμαι σε μια σχέση άρνησης
με την φλύαρη επικαιρότητα
Ζω σε μια μέθη έξης και φόβου
Με στόμα στεγνό από το διαβήτη της κατανάλωσης
Η αδολεσχία των υποκριτών θιασαρχών μου προκαλεί έμετο
Ο οππορτουνισμός βρωμάει σιχαμερά καθώς πλησιάζω

Φοβούμαι ώσπου πνεύματα που ξεχασμένα μου μιλούν
από βιβλία ίσως μου δείξουν με την ισχύ του άφατου
ότι δεν ενδίδουμε πάντα
σήπομαι και εγώ εσωτερικά από τον τρόμο της τρυφής
Πρέπει, πρέπει
να σταθώ για των παιδιών μου τη ζωή
πρέπει να σταθώ έτσι δίχως αίτιο
η επιβίωση είναι αίτιο από μόνης της θαρρώ αρκετό
Θα έρπω θα έρπω
αλλά ίσως κάποτε αντιμέτωπός τους θα σταθώ

Λέω λοιπόν πως κατάγομαι όταν καμιά φορά ρωτούν
η από τρωκτικό η από Λιοντάρι
η κάτι σιχαμερό η κάτι σπουδαίο
και συνέχεια τα στοιχεία αυτά
παλεύουν να με λιώσουν.
Σκέφτομαι τότε σχεδόν εμμονικά πως
Θα θελα αν ήταν πως έπρεπε το Θάνατο μου να διαλέξω
γιατί στο νου μου έχω πάντα το Μαρά;
Η ένα κώνειο που οδηγό στη λήθη δίχως πόνο το διαλέγω
Σκέφτομαι επίσης πως θα τανε αληθινά αν
Καταπρόσωπο στυγνά δολοφονούμουν
Κι αν έκλεινα τα μάτια η θα τα άφηνα ανοιχτά
Το ένστικτό μες τη θολή ζαλάδα μου να αποποιούμαι
Και όμως κάθε φορά μετά το αποσιωπώ, στην ζέστη
της μικρής μου φυλακής σαν επιστρέφω

Κι έτσι κάθε φορά που τον κόσμο κοιτώ
μαγεύομαι
και συνειδητοποιώ παράλληλα
ότι πρέπει να συμβιβαστώ
με το λίγο που μπορώ να περιγράψω
το λίγο που μπορεί ο καθένας σε κάθε περίπτωση,

Η γλώσσα είναι μια σύμβαση
απόκρυψης αυτού που είναι.

Mattia Mare ( Μαθιός Θαλασσινός)
Edouard Boubat

Advertisements