ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

white_1905-web

Σύμπτωση θα ταν/

που την ημέρα των αμνών/

γέννησε, μες τη ρουμελιώτικη αντάρα/

δυο αίγες  λευκές με σφραγίδα τράγου/

Έτσι, Αυτή/

θυμωμένο κορίτσι που κάηκε πριν ψηθεί/

στης αγάπης το λάδι/

απόπλεξε το κάλλος της/

απ’ την ιθαγενή ασχήμια του/

-πατέρας ή άντρας ή αδερφός-

μα έδεσε τη σπορά του και βεβαίωσε το γένος του/

στη μεγαρίτική της μήτρα/

όσο κι αν του φαλλού η γλύκα/

μια πυξίδα γύρω της όριζε/

κι αν κατούρησε  το ξημέρωμα των πανσέδων/

Μάη μήνα στο παράπονο της φτέρης προς τις πασχαλιές/

έσταξε τον ιδρώτα της/

-η ροή του σχεδόν ρευστή-

στα σφιχτά του μόρια και στα ακάνθινα μαστάρια/

μόνο που αφού οδήγησε/

το χελιδόνι της άμμου σβηστό/

μέσα στο σφυρήλατό της  όνειρο/

τη βρήκε η συμφορά της απώλειας/

στην κατάληξη του αιώνα/

πύρωσαν τα μαλλιά της στη φωτιά του Χάροντα/

και το χείλος βανίλια που δαγκώθηκε στην Έφεσο/

χύθηκε πήλινος χυμός στην ορφάνια των…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 87 επιπλέον λέξεις

Advertisements