ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

house3

Ι

τα θαμπά περιθώρια

χιλιόμετρα ολόκληρα

στο ραμμένο τους στόμα

στην ψυχή σου σφουγγάρι

κι όλο το νερό που κατάπινε

εκείνος ο κήπος

επιστρέφει στον ύπνο μου

ας πνιγώ

Πάσχα έρχεται

κλαψουρίζουν τα θράψαλα

γοερά στην κουζίνα

σαν ξυπνώ

ποτάμι νερό χύνεται απ’ το λάστιχο

κι η αυλή μας αστράφτει

καθαρή μες στον ήλιο

οι μπιγκόνιες αλλότριες

μαρτυράνε το χάδι

της

ΙΙ

κάμερα

χαμηλά στο φτερό

αφού γέρασε η πόλη και πέθανε γύρω μου

αφού γέρασε η πόλη και πέθανε μέσα μου

ας είναι τα μαλλιά της βρώμικα,

ας γυρίζει ακόμη τις νύχτες γυφτάκι

ως εκεί

που είπαμε να βαδίσουμε

με ένα κορδόνι

στο αριστερό στήθος δαγκωμένο

μετρώ,

τους νεκρούς

όπου σκοντάφτουμε σε κάθε πεζόδρομο

δίχως άγγελο φύλακα

δίχως χώρο-φύλακα

η γλυκιά νοσταλγία τους

στο μπαλκόνι που αγκύλωνε

τις χιονάτες γαρδένιες

αντιστρέφει το βλέμμα τους

στον κατάμαυρο τοίχο

μπλε βουνά που αγναντέψαμε

το έλασσον θέρος

ή την ίδια τη θάλασσα

Δείτε την αρχική δημοσίευση 68 επιπλέον λέξεις

Advertisements