Είδα το Θάνατο αδιόρατα σήμερα
Είχε κάτι από το ελαφρύ τρέμισμα του φόβου
δρολάπι που σε πρόλαβε στο δρόμο
Τον κοίταξα για μια στιγμή να με νικά
Σε μιαν έρημη αλέα που ακτινοβολούσε
Τη μοναξιά της ξηρασίας
Γύρισα το βλέμμα μου γρήγορα
Και έκανα πως δεν είδα
Το τελώνιο που στέκονταν πάνου μου
Τα μαλλιά της πιστακίας μαρμάρωσαν
Τις στιγμές και ένα χοντρό δάκρυ ιδρώτα
Που μύριζε τον αρχέγονο φόβο μου
Κύλισε από το φαιδρό μέτωπο
Στο ανυποψίαστο μάγουλο.
Η στιγμή τελείωσε μες στη μασκαράτα
Της συγκυρίας.
Σιχάθηκα τη δειλία μου και ήθελα
Να αυτοχειριαστώ,
( μου συμβαίνει επτά φορές την ημέρα)Μετά σιχάθηκα όλα τα εγκλήματα
που οι Άνθρωποι διαπράττουν και
Δεν έχουν το ηθικό σθένος
Να ομολογήσουν
η να τιμωρήσουνΣιχάθηκα τον φαιδρό εαυτό μου
Που θαύμαζε εκείνη την
Ευθυτενή νεαρή γυναίκα
Με την ελαφρώς γαμψή μύτη
Την λεία επιδερμίδα
και το γλυκύ χαμόγελο
Σιχάθηκα που
Σκέφτηκα και σκέφτηκα
ότι ήθελα να την εκμαυλίσω

Ρητορικά καταδικάζω με αποτροπιασμό
Αλλά πόσες φορές δεν βρέθηκα
στη δίολκο του αποτρόπαιου
εκών άκων
εκκινούμε στα σκοτεινά
και γονυπετείς παρακαλούμε την
αποφυγή της τραγωδίας
που είναι σύμφυτη

πώς να οδηγηθώ μακριά
από μια μισανθρωπία
της οποίας δεν γνωρίζω
αν το κριτήριο της εξαίρεσης τηρώ.
Φοβούμαι και προσεύχομαι
και την ίδια στιγμή
μου είμαι απεχθής που το κάνω,
φοβούμαι και προσεύχομαι
προς την κατεύθυνση τους θύματος
αλλά και για το κύκλο της βίας
που ποτέ δε τελειώνει.

 

Advertisements