Ο χρόνος κυλάει δίχως νόημα,
ανόητα όπως θα λέγαμε στη λογική,
χωρίς να σηματοδοτεί τίποτα,
κυλούν οι στιγμές αργά σαν χάντρες
κομπολογιού,
τη ροή του την καταλαβαίνω από τα άνθη
του δέντρου,
που να ονοματίσω δεν μπόρεσα,
που πέφτουν μπροστά μου με τη
δύναμη από το καλοκαιρινό αγέρι,
όπως καταλαβαίνω τη ροή του νερού
που κυλά στο ρυάκι από τα φύλλα
που παρασέρνει μαζί του,
Τι νόημα προσδίδουν στη ζωή μου
Στη ζωή γενικά
Τα μαύρα νερά στο μάρμαρο που κοιτώ
η φουσκάλα που σκάει στον καφέ μου
που ξεράθηκε,
το μυρμήγκι που τρέχει κάτω
από το μπράτσο μου ερήμην του κόσμου
το κουτσό περιστέρι που αναπηδά στο γερό
του πόδι και κουρνιάζει μετά,
πέταξε.
Στο τραπέζι πίσω μου κάθισε ο Κυβερνήτης
της εποχής, πόσο κοντά και τόσο μακριά από
την Ιστορία, ο καθένας μας
Ο Barry White στο ραδιόφωνο
Στο αυτί μου σχολιάζει ο Adam Smith
τo νόμο της προσφοράς και της ζήτησης
ότι θα δημιουργούσε, ο νόμος,
ένα πεδίο ιδανικής ευτυχίας
αν δεν ήταν εκείνες οι ασυμμετρίες
πληροφόρησης και ερμηνείας
Πεινάει ο κόσμος Άνταμ το καταλαβαίνεις;
Το γεγονός εκζητεί την περιγραφή αλλά
η ποίηση γεννιέται από τη βούληση
του ποιητή
Μια σημαία πρεσβείας κυματίζει στο
Γαλάζιο ορίζοντα και ο χρόνος με αγνοεί
Παιχνιδιάρικα.

Elliott Erwitt 2

elliott-erwitt

Advertisements