Σε κοιτάω, σε παρακολουθώ με λύσσα
και κατάρες, να το γνωρίζεις καλά,
Τοκογλύφε, παραδόπιστε, φαύλε, αήθη,
εσύ που της ισχύος σου η πυγμή, η φιλαργυρία σου,
να γνωρίζεις σου λέγω ότι
απ’ τη άκρη της γλώσσας θα σε κρεμάσουν
στην απύθμενη και αδάμαστη κόλαση
και τα δάχτυλα τα παχουλά αλλά επιδέξια
θα σου τσακίζουν αιώνια,
ελάχιστη βίας ανταπόδοση,
αφού βέβαιος είμαι για ότι πλειστάκις διέπραξες,
σε αθώων θυμάτων τον ανυποψίαστο βίο,
ακούω ποταπέ τις κραυγές τους τις νύχτες,
ακούω τις ατέλειωτες νύχτες
τις οιμωγές των αθώων, και τους παραπονετικούς
κλαυθμυρισμούς των παιδιών,
ονειρεύομαι τις σειρήνες να σε αποστρέφονται
άτιμε, δεν είναι τίποτα του προμηθέα η τιμωρία
μπροστά στην κόλαση που σου παρασκευάζεται,
περπατάς αργά, ράθυμα, παίζοντας το χρυσό σου μπεγλέρι
ενδομύχως αυτάρεσκα,
για να τονίσεις της δυνάμεως σου την απεχθή ισχύ
καθώς γύρω σου τα πτώματα σαπίζουν,
το ψωμί μολύνεται τη λέπρα
το παιδί σφάζεται στης μάνας τη κοιλιά
ο πολιτισμός λυγίζει στις οιμωγές των αθώων

Ένας χοντρός μπακάλης με καδένα χρυσή σέρνεται στης ποδιάς
σου τη βρωμερή αποφορά,
στο πυκνό σκοτάδι απελπισίας της τοκογλυφίας σου δαίμονα,
ένας μοιχός εξαρτημένος χαρτοπαίκτης,
πουλάει το φαγί του παιδιού του για της απληστίας σου τον τόκο,
βορά στη αβάσταχτη λευκή νύχτα της τοκογλυφίας σου δαίμονα,
μια αθώα νυμφομανής που της απαιτείς εξευτελιστικά μια γρήγορη
τρόπον σημαίνουσα ικανοποίηση,
για να συγκατανεύσεις στο μικρό δάνειο απ’ το οποίο κρεμά
την αδύναμη ψυχή της, σπεύδει νικημένη
στον ερεβώδη ποταμό της τοκογλυφίας σου δαίμονα,
μια γριά άρρωστη που τα άγρια τσακάλια που χε για παιδιά την
πέταξαν καθώς η τσακισμένη σα στρατσόχαρτο επιδερμίδα της
και τα λεπτά χέρια με τα γαμψά απ την αφροντισιά νύχια
σε εκλιπαρούν σε μια τραυλή ικεσία, παραδομένη στις φριχτές
υλακές της τοκογλυφίας σου δαίμονα,
ένας γέρος αλκοολικός με τρεμάμενα από την ασθένεια χέρια,
με ένα άκοπο βρώμικο από της τύχης το σμήγμα κίτρινο νύχι,
που επαιτεί το μεροκάματο σου,
γίνεται δαίμονας στη αισχρή δούλεψη δαίμονος,
κρεμώντας στα τσιγκέλια της βρωμερής αήθειάς σου
αθώους, ανόητους, αγράμματους, και εξαρτημένους,
που σέρνουν στην αγορά τη γύμνια των κορμιών τους
ένας ειδεχθής πίνακας ναυτίας και εμέτου.

«Εωσότου τέλος, του καιούμενου από μόνου του
Μια κραυγή ζωντανή περισώσω: Φτάνει πια, φτάνει πια»
Ποιος ξεχασμένος άγγελος θα αφαιρέσει
από το χρόνο το δεινό πρόσωπό σου, ποια δίκη ανθρώπινη το άλγος θα ξεκάνει.

Σ.Φ. Υλακές Οκτώβριος 2012

CONTRA NATURAM
They have brought whores for Eleusis
Corpses are set to banquet
at behest of usura.
Ezra Pound
[Έργο: Odilon Redon – The Haunting , 1893]

cf87cf89cf81ceafcf82-cf84ceafcf84cebbcebf2224.jpg

Advertisements