Την είδα να έρχεται
Με πλησίασε και μου χαμογέλασε
Με εκείνο το χαμόγελό της από λευκές πέρλες
Τα καστανόμαυρα ίσια λαμπρά μαλλιά της
Χύνονταν ανάερα λουσμένα στους ώμους της
όπως τα κύματα που καβαλούν οι γοργόνες
και τάραζαν τον αέρα μου, σε μιαν αμηχανία θυμική
Έκλινε ελάχιστα το κεφάλι της με χάρη στο πλάι
Aφαίρεσε το ακουστικό του iPhone
Και μου απευθύνθηκε στον πληθυντικό
Μάζευα ασυναίσθητα τη μεσήλικη κοιλιά μου
Και προσπαθούσα να κρύψω τα μυστικά
που γνώριζα ότι έκρυβα
Η νεότητα κουβαλά αυτή τη σαγήνη,
της γνώσης και της απόγνωσης.
Ένιωσα τις στιγμές να κολλούν
Με έπιασα ύστερα ένοχα να ακολουθώ τους αλαβάστρινους νεανικούς
και γυμνασμένους γλουτούς της που γλιστρούσαν
Μακριά πολύ μακριά απ’τη ζωή μου.
Απόμεινα μόνος σαν δυστυχής cartoon αντιήρωας, σιωπηρή παραδοχή,
που από την έκπληξη του κρέμεται το σαγόνι,
χαμογελούσα γλυκά σαν ηλίθιος το υπόλοιπο του πρωινού.

Στρατής. Φάβρος

Photopurism Frantisek Drtikol and the Czech Avant Garde

Advertisements