ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΠΛΟΥ ΣΥΜΒΑΝΤΟΣ ΤΕΛΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΜΙΑΣ ΑΡΧΗΣ (Ι)

Κ. Λουκόπουλος

ΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

par168228-web

Κρύσταλλα ιριδίζοντας
με τη φωνή του κλέφτη,
απόσωσε μια φράση
δυό χιλιάδες χρόνια πριν
αρχινισμένη,
πως: αν πιαστείς φθινόπωρο,
σ’ αλφαδιασμένο δίστρατο,
δε θα προλάβεις
να μαντέψεις,
της δίψας σου το δρόμο,
πριν να σε βρει ολόγυμνο
του νεκρού σου η θύμηση,
πάγος και σπίρτο
στο στομάχι ή στ’ αχαμνά.

Χειμώνας ήτανε,
μα όχι βαρύς, θυμήθηκε,
και το κεφάλι του
εδώ στην παλάμη του χωμένο,
ένα αυγό στρουθοκαμήλου
με λίγες τρίχες κοντές,
και χρώμα χάρτινο.
Απόδιωξε τη ζέστη προς το βοριά
και σβούρισε τα βαριά καντήλια.
-Να κι οι φλογίτσες τους!
να ανεβάσουν την ψυχή
στο βάθρο της
πρωί.

…μάλλον το δεξί να πάρω, σκέφτηκε
σαν είδε με την άκρη του ματιού,
το γέροντα σκιά
να στρίβει απ’ την άλλη.
Δέντρα ξερά κι ορθά τον κατάπιναν.

Μα ούτε γεια
να μην προλάβει;
που τον ήπιε το φως,
που ΄σβησε η δίνη του
σαν το νερό στο νεροχύτη,
ούτ’ ένα γεια;

Δείτε την αρχική δημοσίευση 15 επιπλέον λέξεις

Advertisements