Η στιγμή έχει μάτια θλιμμένα
Πεθαίνει αέναα, πεθαίνει ολοένα
Πως προλαβαίνουν η μνήμη κι η ταυτότητα να καταγραφούν,
Εικάζουμε μόνον αδήριτη αναγκαιότητα για να διασωθούν.

Θυμήσου ότι τούτο μόνον το παρόν το ακαριαίον ζής
το μυρωδάτο αέρι ξεκίνα να γευτείς
αρμενιστής στα όνειρα , της θέσπισης κλαυσίγελος
των ανθρώπων ο περίγελος

Κι ύστερα τι πως και γιατί
Κολύμπι στη γαστέρα του θανάτου θηρευτή
Θειάφι κι έρεβος και μαύρο πυκνό σκοτάδι
το άχ και το γινάτι μόχτος κι ιδρός βράδυ με βράδυ

Πέταξαν τα πουλιά ελπίδες, φορώντας την άνοιξη γι αλλού,
συνθήκη έβαλε η σκιάχτρα αγωνία
έπνιξε τα όνειρα στο λιμάνι του αβάσταχτου καημού
σύρθηκε και ο νους στα βρώμικα νερά του όλος μανία

Κανείς δεν ξεφεύγει ποτέ από κείνο που ως κέντρο του κύκλου του τον καθορίζει
μια κρυφή αχίλλειος πτέρνα τον κυβερνά στων καιρών το αγνάντεμα
τα φορέματα στέκονται να κρύψουν του κορμιού τη πληγή που κρυφά βασανίζει
θήτες και θύματα σε μια κόλαση ηλίθια σε ενός άλλου τη σκέψη, σε δόλιο πείραμα

πικρή μπλαβή μου σκέψη αιώνια ψυχή βάλσαμο και ανασαιμιά
μέθα με γλέντι και αστοχασιά πάρε τη πίκρα την ερημιά
πέταξε στην άφαντη χαρά καβάλα στην αμέριμνη τη φαντασία
μεστό κόκκινο κρασί και τρέλα αλυκή, νύχτα όμορφη στη μεθυσμένη πολιτεία.

Καληνύχτα μεμψίμοιρη ήττα, κακή γητειά και μαύρη σαύρα
Αντίο ζόφε
Καλημέρα αυγή ξανθή γλυκιάς αρμύρας αύρα
Καλώς όρισες ελπίδας πόθε

Οι στίχοι ενεργοποιήθηκαν επάνω στο ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη

Και η στιγμή ένα γοργοπόδαρο ελάφι
Που αφήνει πίσω του
μιά βουρκωμένη, βελούδινη ματιά
πριν βουτήξει για πάντα στο κενό.

Edouard Boubat

Advertisements