Βασιλις τς σίνης

σίνην τε…
ΙΛΙΑΔΑ

Κοιτάξαμε λο τ πρω γύρω-γύρω τ κάστρο
ρχίζοντας π τ μέρος τοσκιου κε πο θάλασσα
πράσινη  κα
  χωρς ναλαμπή, τ  στθος σκοτωμένου παγωνιο
Μ
ς δέχτηκε πως καιρς χωρς κανένα χάσμα.
Ο
φλέβες το βράχου κατέβαιναν π ψηλ
στριμμένα κλήματα γυμν
πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ
γγιγμα το νερο, καθς τ μάτι κολουθώντας τις
πάλευε ν
ξεφύγει τ κουραστικ λίκνισμα
χάνοντας δύναμη
λοένα.

π τ μέρος τολιου νας μακρς γιαλς λάνοιχτος
κα
τ φς τρίβοντας διαμαντικ στ μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωνταν
τ᾿γριοπερίστερα φευγάτα
κι
βασιλις τς  σίνης πο τν γυρεύουμε δυ χρόνια τώρα
γνωστος λησμονημένος π᾿λους κι π τν  μηρο
μόνο μία λέξη στ
ν  λιάδα κι κείνη βέβαιη
ριγμένη
δ σν τν ντάφια χρυσ προσωπίδα.
Τ
ν γγιξες, θυμσαι τν  χο της; κούφιο μέσα στ φς
σ
ν τ στεγν πιθάρι στ σκαμμένο χώμα-
κι
διος χος μς στ θάλασσα μ τ κουπιά μας.
βασιλις τς  σίνης να κεν κάτω π᾿ τν προσωπίδα
παντο
μαζί μας παντο μαζί μας, κάτω πνα νομα:
«
σίνην τε… σίνην τε…»
κα
τ παιδιά του γάλματα
κι ο
πόθοι του φτερουγίσματα πουλιν κι γέρας
στ
διαστήματα τν στοχασμν του κα τ καράβια του
ραγμένα σ᾿φαντο λιμάνι-
κάτω
π᾿ τν προσωπίδα να κενό.

Πίσω π τ μεγάλα μάτια τ καμπύλα χείλια τος βοστρύχους
νάγλυφα στ μαλαματένιο σκέπασμα τς  παρξής μας
να σημεο σκοτειν πο ταξιδεύει σν τ ψάρι
μέσα στ
ν  αγιν γαλήνη το πελάγου κα τ βλέπεις:
να κεν παντο μαζί μας.
Κα
τ πουλ πο πέταξε τν  λλο χειμώνα
μ
σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζω
ς,
κι
νέα γυναίκα ποφυγε ν παίξει
μ
τ σκυλόδοντα το καλοκαιριο
κι
ψυχ πο γύρεψε τσιρίζοντας τν κάτω κόσμο
κι
τόπος σν τ μεγάλο πλατανόφυλλο πο παρασέρνει
χείμαρρος τολιου
μ
τ᾿ρχαα μνημεα κα τ σύγχρονη θλίψη.

Κι ποιητς ργοπορε κοιτάζοντας τς πέτρες κι να-
ρωτιέται
πάρχουν ραγε
νάμεσα στς χαλασμένες τοτες γραμμς τς κμς τς
α
χμς τ κολα κα τς καμπύλες
πάρχουν ραγε
δ πο συναντιέται τ πέρασμα τς  βροχς τογέρα
κα
τς  φθορς
πάρχουν, κίνηση το προσώπου τ σχμα τς στοργς
κείνων πο λιγόστεψαν τόσο παράξενα μς στ ζωή μας
α
τν ποπόμειναν σκις κυμάτων κα στοχασμο μ
τ
ν περαντοσύνη το πελάγου
μήπως χι δν πομένει τίποτε παρ μόνο τ βάρος
νοσταλγία το βάρους μις παρξης ζωντανς
κε πο μένουμε τώρα νυπόστατοι λυγίζοντας
σ
ν τ κλωνάρια τς  φριχτς τις σωριασμένα μέσα στ
διάρκεια τ
ς  πελπισίας
ν τ ρέμα κίτρινο κατεβάζει ργ βορλα ξεριζωμένα
μ
ς στ βορκο
ε
κόνα μορφς πο μαρμάρωσε μ τν πόφαση μις πί-
κρας παντοτιν
ς.
ποιητς να κενό.

σπιδοφόρος λιος νέβαινε πολεμώντας
κι
π τ βάθος τς  σπηλις μία νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στ
φς σν τ σαΐτα πάνω στ σκουτάρι:
«
σίνην τε σίνην τε…». Νταν ατ βασιλις τς
σίνης
πο
τν  γυρεύουμε τόσο προσεχτικ σ τούτη τν κρό-
πόλη
γγίζοντας κάποτε μ τ δάχτυλά μας τν φή του πάνω
στ
ς πέτρες.

                                       σίνη, καλοκαίρι 38 – θήνα, Γεν. 40

Advertisements