Παράμερα στέκει
ντρας κα κλαίει·
ργ τ τουφέκι
Σηκώνει, κα
λέει·
«Σ
τοτο τ χέρι
Τί κάνεις
σύ;
χθρός μου τ ξέρει
Π
ς μο εσαι βαρύ.»

Διονύσιος Σολωμός

 

 

Ημέρα Πρώτη

Άνθρωποι πεινούν
Στα συσσίτια μιας εκκλησίας
Θολής τροφή επαιτούν

Παιδιά στα σχολειά λιποθυμούν
Μια παιδεία σαστισμένη και μουγκή
Δάσκαλοι φτωχοί τι να βουληθούν
οι μικροί αυτοί αστοί Οι καψεροί

καρικατούρες ηρώων και όμως ήρωες

Η υγειονομική περίθαλψη τραυλή
Νοσοκομεία άθλια με ράντζα και λοιμώξεις ενεργές
Ψυχιατρεία κλειστά υπεραξίες κοινωνικές
Σε μιας οικονομίας το έλεος αριθμητικής, διάβαζε ελεεινή

(Ανασφάλιστη εργασία
Βιομηχανική αλητεία
Μικρομεσαία αγυρτεία
Γόρδια Αδιέξοδα κοινωνική αδικία)

Πολωνοί παρίες μεθούν
Ίσως τελικά οι μόνοι ευτυχείς
Μαύροι μικροπωλητές κατ’ ουσίαν απόβλητοι
Cd πωλούν

Ολιγοπώλια μοιραία κραταιά δυστοπία
Αντιτραστ νομοθεσία κεφαλαιώδης αποτυχία
Τραπεζιτών τοκογλυφική ακρασία
Οικονομική παρωδία αισχρή προσωδία

Άνθρωποι αυτοκτονούν
Και οι άνθρωποι οι νουνεχείς
Εμείς εσείς κι αυτοί, της τάξης οι δεσμοί
Σε υπνωτισμένη αδράνεια κοιτούν

Αυτοί που εργάζονται είναι δούλοι
Ενώ αυτοί που δεν εργάζονται
Στη βία εθίζονται
Σε μια πολιτεία βυθίζονται φαύλη

Ουδείς αγανακτεί διότι όλοι
Είναι ήρωες σε άλλο βιβλίο
Δεν είναι το δικό τους βιβλίο
Αυτού Του ολέθρου το πλοίο

Βουλευτές συζητούν
στη χείριστη γλώσσα ημιμαθή
Ρητορεύουν οκνά
Κουστωδίες συμβούλων
Συλλαβίζουν τεχνοκρατικές
Ανοησίες, ρηχά

Και σκαιά ανθρωποειδή
σε ζωντανές συνδέσεις
με φόβο κατευνάζουν την οργή
επιπλέον εντρυφούν στην τρυφή
Και σε μια κολακεία δειλή

Πως είναι η νέα αριστοκρατία
Θαρρούν

Δικαστές αθώοι κι ένοχοι
Σε μια δικαιοσύνη δικάζουν Ακριβή
πλούσιων δικηγόρων αιχμάλωτη
σε τι να ορκιστώ αφού όχι σ’ αυτή

Η απαίδευτη αριστοκρατία
δεν ενδιαφέρεται διότι φυσικά
δεν την αφορά η συνθήκη εμπειρικά.
Και επειδή η γαλλική επανάσταση απέχει
Δύο και πλέον αιώνες πια
Όσο δόλια αργούν
Θα μάθουν από πρώτο χέρι
Ότι
«Ο Λουδοβίκος πρέπει να πεθάνει ξανά
για να ζήσει η χώρα » Αυτά.

Κι εγώ που σας ιστορώ στις ακτίνες πιασμένος του ολέθριου της ανάγκης τροχού.

[ Υπάρχουν πολλά βδελυρά που της περιγραφής ξεφύγαν τα δεσμά]

Ημέρα Δεύτερη

Δεν πρέπει οι δυνατοί να δυναστεύουν
Πέρα απ’ το δίκιο΄κι αν ευτυχούν τώρα,
Μη θαρούν, πως οι καλές μέρες βαστούν για πάντα
Εκάβη Ευριπίδης

 

 

 

Σε έναν κόσμο θεμελιωδώς άδικο
που οι άγγελοι μας εγκατέλειψαν,
-μόνο δαίμονες με ξυπνούν ιδρωμένον τα βράδια-
πώς να μιλήσω για Ελευθερία, Ισότητα, Δικαιοσύνη.
Υπάρχουν οι ιδέες, η υφίστανται μόνον
ως γραφικές λεζάντες στα ουρητήρια;

 

 

Δεν βλέπουμε πια ουρανό,
ξεχάσαμε το χρώμα του,
λες και μιλούσαμε μια γλώσσα
για έναν κόσμο δίχως ουρανό,
μήπως είναι βαμμένος αχ ο ουρανός;
μήπως σημαίνει ότι λησμονήσαμε
πως κρατιέται η Λευτεριά;

 

 

Φύγαν οι φαρισαίοι και οι πλούσιοι ιεράρχες
σκύλεψαν το πτώμα της δημοκρατίας,
αφήσαν τον τόπο με τα ορφανά.
Από κείνους που ξεγράψαμε
θα ξαναγεννηθεί η ελπίδα
από αυτούς που με παραίτηση
τον θάνατο κουβαλούν μέσα τους.
Γιατί η ελπίδα δεν αγαπά τους τολμηρούς
αλλά τους ηττημένους
αυτούς που της γύρισαν την πλάτη.

 

 

Κλαίει η Ελευθερία γοερά
σε ένα χρόνο με χαλασμένους
δρόμους, ζέστη, χώμα κόκκινο
χώμα ξερό, κι αρρώστια.
Κοιτά ένα παιδί καταμεσής στο δρόμο
υποσιτισμένο, βορά σε όρνεα,
δυσωδία και άδικος θάνατος.

 

 

Ένας γέρος στην άκρη στέκει ωχρός
κουνά αυτιστικά το κεφάλι του
προσπαθώντας να αδειάσει τις ενοχές
που φτιάξαν τις εικόνες που τον στοιχειώνουν.
Οι άρπυιες τσιμπούν τις σάρκες του και τον απειλούν
με ψιθυριστά ουρλιαχτά ότι θα περάσουν
τα βάσανα που τον κρεμούν στα παιδιά του.

 

 

Κλαίει η Ελευθερία γιατί οι άνθρωποι ξεχνούν
πώς, το όνομα της γράφεται.
Πέθανε το παιδί
Πέθανε ο γέρος
Κλαίει μονάχη σ’ένα βράχο ξερό
η Ελευθερία, που το όνομα της
τα παιδιά δεν το ξέρουν.

 

ΣτρατήςΦάβρος

 

“Whatever we inherit from the fortunate
We have taken from the defeated”

 

Τ. S. ELIOT

 

 

Advertisements