Ημέρες και  Χρόνος

Ο χρόνος έμοιαζε να μας εκδικείται
στράγγιζε αργά πάνω μας σα ξεχασμένο μαρτύριο,
ξεραίνοντας την υγρασία στη σκέψη, σαδιστής βυρσοδέψης,
Οι μέρες ήταν ολοένα και πιο βαριές,
σιδερένιες σκουριασμένες καγκελόπορτες ,
Δε γύριζαν προτιμούσαν να σπάσουν
και να κρεμάσουν το άχθος τους στις ψυχές μας.
Ιδρώτας καμωμένος από απόγνωση
και ένα φόβο κυριαρχικό ολόιδιο θάνατο
με έναν πόνο που σου φέρνε εμετό απ’ την οδύνη.
Δεν ωφελούσε να κλαίω,  έπρεπε να σταθώ στα πόδια μου
παρά τις ευγενικές φωνές στα τηλέφωνα,
που θέλαν ιδανικά, χωρίς ενοχή,
να με λιώσουν, σα τις καφετιές κατσαρίδες που σιχαίνονταν,
και φοβούνταν ταυτοχρόνως.
“Συλλογίζομαι πως είμαστε στων ποντικών το μονοπάτι
Εκεί που οι πεθαμένοι χάσανε τα κόκαλά τους.”

Στρατής Φάβρος.

Το δίστιχο του τέλους είναι δάνειο από τη μετάφραση στην Έρημη Χώρα του Τ.Σ. Έλιοτ του Γιώργου Σεφέρη.  (στίχοι 115-116, II Μια Παρτίδα Σκάκι ) 

Δημοσιεύθηκε στη συλλογική έκδοση Craftbook 2013.

            

cropped-peter-henry-emerson2.jpg

Photo : Henry-Emerson

Advertisements