Peter Henry Emerson

Ζευ πάτερ, αλλά συ ρυσαι υπ’ ηέρος υίας Αχαιών,
ποίησον δ’ αίθρην, δος δ’ οφθαλμοισιν ιδέσθαι
εν δε φάει και όλεσσον, επεί νυ τοι ευαδεν ούτως
Ιλιάδα Ρ 645-648

[Δία πατέρα, σώσε τους γιους των Αχαιών απ’ το πυκνό τούτο σκοτάδι , καθάρισε τον ουρανό, και κάνε να ξαναδούν τα μάτια τους• κι εάν σου είναι αρεστό, μέσα στο φως,
κατάστρεψέ τους ]

ια

Είμαι αναρχικός, έτσι δεν θέλω να ζητήσω λογαριασμό από κανέναν, έχω παραιτηθεί από τις μεγάλες ουτοπίες. Είμαι πεπεισμένος ότι είναι πλάνες στο τροχό μιας νέας η πιο παλιάς ολιγαρχίας , πιστεύω στο μικρό και αυθόρμητο σ’ αυτό που μπορούμε να μοιραστούμε σε μικρές δημοκρατικές κοινότητες, παρακαλώ μια γενναία ζωή και έναν όσο γίνεται γενναίο θάνατο. Συμφωνώ όμως στο ευφυές των ανθρώπων έργο. Παρακαλώ να μεγαλώσω τα παιδιά μου, που ήρθαν στο κόσμο άθελα τους και καμιά φορά ξεχνάω τον ποιητή και προσεύχομαι σε έναν Θεό που το σχήμα του δε γνωρίζω.

ιβ
Το ερώτημα που μου γεννιέται αυθόρμητα είναι πόση γενναιότητα χωρά στο «παρακαλώ έναν όσο γίνεται γενναίο θάνατο» και επίσης τι νόημα έχει για τη ζωή η γενναιότητα στο θάνατο. Μήπως αναρωτιέμαι, θα έπρεπε να βρω όσο οππορτουνισμό χρειάζεται για να διασφαλίσω λίγη παραπάνω τρυφή; έχει κανένα νόημα που κοιτάω τα πορτρέτα του Μπρετόν και του Ντεσνός και που τα ποιήματα τους μελετώ, για τον Ντεσνός και τον Μπρετόν;
Τι νόημα έχει άραγε η ιδέα οποιαδήποτε ιδέα σαν αποδομηθεί το εγώ σε κύτταρα νεκρά. Γιατί θα πρέπει σε μιαν «απάτη» ας πούμε που λέγεται υστεροφημία να μεθώ. Σε ποια καθεστηκυία αλήθεια και ποια υστερική κοινότητα κρινόντων να βασίσω το συντηρητισμό της υστεροφημίας; Μήπως θα έπρεπε ακόλαστα να βυθιστώ στην λαγνεία ενός κυνικού ρεαλισμού και τις απολαύσεις ενός υπολογιστικού βίου;
H εντέλει η ευτυχία είναι η απόλαυση ως εσχάτων των ηδονιστικών μας ροπών, όπερ σημαίνει, κάνε ποίηση αν αυτή η ροπή που σε ηδονοκρατεί, άλλο απ αυτή την ερωμένη μην ελπίζεις, κάνεις δεν κάνεις, θα σβήσεις σε μια στοιβάδα κυττάρων.

ιγ
Η μόνη ίσως ελπίδα ενάντια στο θάνατο για το εγώ είναι η ευτυχία να συνδέεται με κάποιο απτό τρόπο με την δικαιοσύνη και την ηθική,

και με ένα τρόπο που το νιώθω, αλλά δεν μπορώ να τον στοιχειοθετήσω με ακρίβεια, με το μέλλον της κοινωνίας χωρίς το εγώ, με τα παιδιά, τα παιδιά μας.

ιδ
Μπορεί ο ποιητής να οραματίζεται ειλικρινώς το αληθές αλλά όχι διακαώς, να μην έχει δηλαδή το ηθικό σθένος να το μετουσιώσει ο ίδιος σε πράξη.
Αυτό είναι δουλειά των αγίων και των ηρώων που είναι σπανιότερες περιπτώσεις στο ανθρώπινο από τους ποιητές, ένα στενότερο σύνολο δηλαδή, η ταύτιση δε των δύο (ποιητή και ήρωα-άγιου) ακόμη σπανιότερη.
Μπορεί όμως  o «Ποιητής» να αφεθεί ανιδιοτελώς στα σκληρά χέρια της μοίρας, δίχως να επιχειρήσει ηθική πλαστογραφία δηλαδή.

Η αυτογνωσία είναι μια ασταθής αρετή η αυτοθυσία πάλι είναι ένα μετά- γνωστικό στάδιο είναι τετελεσμένος ηθικός οραματισμός

«Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μία μέρα…
Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου
θὰ ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.»*

Στρατής. Φάβρος

Οι στίχοι του τέλους είναι από το ποίημα «Διάλογος πρῶτος» του Νίκου Καρούζου.

Advertisements