Θ´
Μιλοῦσες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν τά ῾βλεπαν
κι αὐτοὶ γελοῦσαν,
με της αστoχασιάς τον τρόπο αντιμιλούσαν

Ὅμως νὰ λάμνεις στὸ σκοτεινὸ ποταμὸ
πάνω στα μαύρα νερά, με το φόβο οδηγό·
νὰ πηγαίνεις στὸν ἀγνοημένο δρόμο
στὰ τυφλά, πεισματάρης σε καιρό ζαρωμένο

καὶ νὰ γυρεύεις λόγια τo δάκρυ να σβήσουν το ριζωμένο
σὰν τὸ πολύροζο λιόδεντρο -τ΄ αδικημένο
στ’ αγιάζι στο λάβρο λιοπύρι και στο χαλάζι
ἄφησε κι ἂς γελοῦν, αλλάζει η μοίρα, κι αν δεν αλλάζει

Καὶ νὰ ποθεῖς νὰ κατοικήσει κι ὁ ἄλλος κόσμος μαζί
στὴ σημερινὴ πνιγερὴ μοναξιὰ τη φρεναπάτη αυτή τη θολή
στ᾿ ἀφανισμένο τοῦτο παρὸν – στο σημείο που την ελπίδα χαλά
ἄφησέ τους, σ’ ανταριασμένο καιρό το σκαρί να γυρνάς δε φελά

Ὁ θαλασσινὸς ἄνεμος κι ἡ δροσιὰ τῆς αὐγῆς
ὑπάρχουν και χωρὶς νὰ τὸ ζητήσει κανείς.

Και πάλι τι, θα ψιθύριζε ο άνεμος και η δροσιά της αυγής,
ποιά ιδέα θα φύλαγε στην κρήνη της δροσάτης πηγής,
αν δεν υπήρχες εσύ στην πηγή στη δροσιά στην αυγή
νόημα να δίνεις νου του ανθρώπου εργάτη εσύ.

Παραλλαγή στο Θ’ από το Θερινό Ηλιοστάσι του Γιώργου Σεφέρη

Θ´
Μιλοῦσες γιὰ πράγματα ποὺ δὲν τά ῾βλεπαν
κι αὐτοὶ γελοῦσαν.

Ὅμως νὰ λάμνεις στὸ σκοτεινὸ ποταμὸ
πάνω νερά·
νὰ πηγαίνεις στὸν ἀγνοημένο δρόμο
στὰ τυφλά, πεισματάρης
καὶ νὰ γυρεύεις λόγια ριζωμένα
σὰν τὸ πολύροζο λιόδεντρο –
ἄφησε κι ἂς γελοῦν.
Καὶ νὰ ποθεῖς νὰ κατοικήσει κι ὁ ἄλλος κόσμος
στὴ σημερινὴ πνιγερὴ μοναξιὰ
στ᾿ ἀφανισμένο τοῦτο παρὸν –
ἄφησέ τους.

Ὁ θαλασσινὸς ἄνεμος κι ἡ δροσιὰ τῆς αὐγῆς
ὑπάρχουν χωρὶς νὰ τὸ ζητήσει κανένας.

Γιῶργος Σεφέρης – Θερινὸ Ἡλιοστάσι

Advertisements