Λυπάμαι και αναβλέπω στον ορίζοντα βουβά δακρυσμένος

Που πέρα απ τα όνειρα όλης της τρυφερής του κόσμου ελπίδας

Που πάνω από τον  αθώο τρυφερό ρομαντισμό όλου του όμορφου κόσμου

Που ενάντια σ’ όλη τη φύση και την δίχως τέλος αναζήτηση για ομορφιά

Και πάνω και μακρύτερα από την αέναη άδολη  αναζήτηση δικαίου

Ο πιο τραχύς και πικρός κυνισμός διαμορφώνει την Ιστορία

 

 

Σε έναν κόσμο θεμελιωδώς άδικο

που οι άγγελοι μας εγκατέλειψαν,

-μόνο δαίμονες με ξυπνούν ιδρωμένον τα βράδια-

πώς να μιλήσω για Ελευθερία, Ισότητα, Δικαιοσύνη.

Υπάρχουν οι ιδέες, η υφίστανται μόνον

ως γραφικές λεζάντες στα ουρητήρια;

Δεν βλέπουμε πια ουρανό,

ξεχάσαμε το χρώμα του,

λες και μιλούσαμε μια γλώσσα

για έναν κόσμο δίχως ουρανό,

μήπως είναι βαμμένος αχ ο ουρανός;

μήπως σημαίνει ότι λησμονήσαμε

πως κρατιέται η Λευτεριά;

Φύγαν οι φαρισαίοι και οι πλούσιοι ιεράρχες

σκύλεψαν το πτώμα της δημοκρατίας,

αφήσαν τον τόπο με τα ορφανά.

Από κείνους που ξεγράψαμε

θα ξαναγεννηθεί η ελπίδα

από αυτούς που με παραίτηση

τον θάνατο κουβαλούν μέσα τους.

Γιατί η ελπίδα δεν αγαπά τους τολμηρούς

αλλά τους ηττημένους

αυτούς που της γύρισαν την πλάτη.

Κλαίει η Ελευθερία γοερά

σε ένα χρόνο με χαλασμένους

δρόμους, ζέστη, χώμα κόκκινο

χώμα ξερό, κι αρρώστια.

Κοιτά ένα παιδί καταμεσής στο δρόμο

υποσιτισμένο, βορά σε όρνεα,

δυσωδία και άδικος θάνατος.

Ένας γέρος στην άκρη στέκει ωχρός

κουνά αυτιστικά το κεφάλι του

προσπαθώντας να αδειάσει τις ενοχές

που φτιάξαν τις εικόνες που τον στοιχειώνουν.

Οι άρπυιες τσιμπούν τις σάρκες του και τον απειλούν

με ψιθυριστά ουρλιαχτά ότι θα περάσουν

τα βάσανα που τον κρεμούν στα παιδιά του.

Κλαίει η Ελευθερία γιατί οι άνθρωποι ξεχνούν

πώς, το όνομα της γράφεται.

Πέθανε το παιδί

Πέθανε ο γέρος

Κλαίει μονάχη σ’ένα βράχο ξερό

η Ελευθερία, που το όνομα της

τα παιδιά δεν το ξέρουν.

Στρατής Φάβρος

Antonello da Messina, The Lamentation

«Whatever we inherit from the fortunate

We have taken from the defeated

T.S.E

Advertisements