Προοίμιο

Ενώ ήταν μια φαινομενικά χαριτωμένη μέρα

Ένας μεθυσμένος φόβος κυλούσε μέσα του

Για το ακατάληπτο του έρωτος που

Παράδοξα τον καλούσε

Και κυλούσε η βροχή

Ποταμάκι λαγαρό

σε δρομάκι φτωχό

και οι τσίγκοι γυαλίζαν

τα χωράφια μυρίζαν

και το χώμα τα σπαρτά

της βροχής μας τη νοτιά

τραγουδούσαν κι οι σπίνοι

μαγεμένοι αλήτες και φίνοι

ω σε ποιον θεό ευχαριστώ

για σένα να πω

Giuseppe de Nittis, Nude with Red Stockings, 1879

 

Η γυμνή γυναίκα με το ζωγραφισμένο λαμπερό φόρεμα

από κόκκινα και βαθιά πράσινα χρώματα στο κορμί της

για ώρα στο κέντρο του μεγάλου καμβά στριφογύριζε

στου δωματίου σφαδάζοντας το κέντρο

και άναρθρες ακατάληπτες βγάζοντας κραυγές.

 

O άνδρας την κοιτούσε απορροφημένος

στον αχνό επίλογο της μουσικής του Τσαϊκόφσκι,

Η γυναίκα αναδύθηκε με ένα σπασμό

σαν από ακαθόριστο όνειρο,

Ο καμβάς γύρω της χρωματίζονταν

σαν  αρχαία τοιχογραφία σύμμικτη

μελανόμορφη και ερυθρή βίαιη και έκπαγλη.

Το πρόσωπο της βαμμένο στου δάσους τα χρώματα

δύο γραμμές που από τα μηνίγγια ξεκινούν

και διατρέχουν τα μάγουλα

πράσινο του έλατου και κόκκινο της φτέρης

τα χείλη της λαμπυρίζουν στο κόκκινο του βατόμουρου

μια γυναίκα ανώτερης κάστας στυγνής

κατώτερη ως γυναίκα νουνεχής

και οι δύο δούλες που την υπηρετούν

προβιές αλεπούς φορούν

κοντά μαντώ γύρω τους τυλιγμένες

τα στιλπνά στρογγυλά κορμιά τους αφήνοντας

με τα χρώματα της φωτιάς και του θάμνου γυμνά.

Μια τελετουργική μουσική από κρουστά και πνευστά

Ακούγεται τώρα καθαρά σε αλέα γεγονότων

εισαγωγής προοίμιο κελευστικό

 

Είστε ένα όμορφος του φθινοπώρου ουρανός, καθάριος και ροζ !

Αλλά η θλίψη μέσα μου σαν τη θάλασσα φουσκώνει

Και αφήνει, στο πισωγύρισμα της, στα θλιμμένα μου τα χείλη ως

Πικρό της γεύσης σας στάλαγμα τη θύμηση εκείνη

 

Tο χέρι σας μάταια γλιστρά στο στήθος μου που ξεψυχά

Αυτό που εκείνη ψάχνει, φίλη, είναι ένα τόπος πατημένος

Από τα άγρια της γυναίκας δόντια και τα νύχια τα γυμνά

Μην άλλο τη καρδιά μου αναζητάτε, τα θηρία μοιάζουν χορτασμένα

 

Η καρδιά μου είναι παλάτι ρημαγμένο απ το πλήθος

μεθούν εκεί, σκοτώνονται, τραβιούνται απ’ τα μαλλιά!

–Ένα άρωμα λικνίζεται γύρω από το γυμνό σας στήθος!..

 

Ω των ψυχών μάστιγα, Ομορφιά, το θες κι εσύ

Με τα πύρινα μάτια σου, λαμπρά σαν γιορτή

Κάψε τα απομεινάρια αυτά, που απ’ των θηρίων γλιτώσαν την ορμή

 

Και εντούτοις σας βλέπω λοιπόν

ως ένα θεσπέσιο όραμα

μιαν ομίχλη θερινή

η μια καστανή ελαφίνα στιλπνή

στο δάσος κρυμμένη

και ίσως το βλέπετε ότι σας βλέπω

έτσι χωρίς επιδίωξη δίχως καταναγκασμό

ως μια νύμφη του δάσους ένα αερικό

ένα πνεύμα ροδαλό που

στα καθάρια νερά κολυμπά

στη όχθη τους που βρέθηκα να ξαποστάσω

ίσως τούτος ο λόγος που τελικά κολυμπά

θέλω να πω σας θαυμάζω

χωρίς άλλα βάρη, ίσως γι αυτό.

 

Μα όλα από τη νόηση εγείρονται

και από αυτήν εξεγείρονται

και αυτός ο θαυμασμός δεν

είναι παρά μια νοητική τέρψη

ένα σπινθήρισμα μιας ποιητικής φαντασίωσης

και δεν χρειάζεται να μας καταβάλλει

κατά τρόπον ουδένα  και παρά μόνον

να μας οδηγήσει σε μια έκσταση διονυσιακή

αλλά

αν εδώ μου επιτρέπετε να συνεχίσω

χωρίς η αφήγηση μου να σας προσβάλλει

και μία πλευρά σας να χρυσίζει

οι συμβάσεις που μας περιβάλλουν είναι ένας τρόπος

να κατανοήσουμε την ετερότητα του κόσμου

Οδηγούμαι στην υπερβολή από το θάρρος

του Διονυσιασμού του έρωτος.

Να κυλούσα μόνον αργά πολύ αργά

μέσα από τους λευκούς σας μηρούς

Advertisements