Spleen

Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια χώρα βροχερή,
Πλούσιο, και νέο, αλλά εντούτοις γέρο δίχως ισχύ,
Που των παιδαγωγών τις υποκλίσεις περιφρονεί,
Στης ανίας του με τα σκυλιά και τ’ άλλα ζώα την πνιγμονή.

Μηδέ κυνήγι, μηδέ του γερακιού η άσκηση να τον κάνει ν’ αλαφρώσει είναι ικανή,
Ούτε ο λαός που στο μπαλκόνι του μπροστά αφήνει σε θανάτου κραυγή την ψυχή,
Κι ούτε οι γκροτέσκες μπαλάντες του ευνοούμενού του γελωτοποιού,
Το μέτωπο δεν ευχαριστούν του αρρώστου αυτού του σκληρού,

Το ολάνθιστο κρεβάτι του σε τάφο έχει μεταμορφωθεί,
Κι οι κυρίες της αυλής που γι αυτές κάθε πρίγκιπας μπορεί ν’ αγαπηθεί,
Δεν μπορούν φορεσιές τολμηρές πια να βρούν
Χαμόγελο απ’ το νεαρό σκελετό του να ζητούν,

Χρυσάφι κι αν φτιάχνει ο σοφός, δε θα μπορέσει,
Του είναι του το Διεφθαρμένο στοιχείο ν’ αφαιρέσει,
Μήτε κι αυτά τα αιμάτινα λουτρά που από τους ρωμαίους κρατούνε,
Και που οι ηγεμόνες στις γεροντικές τους μέρες ζητούνε,
ζεστασιά να ξαναδώσουν μπορέσαν στο ζαλισμένο του πτώμα
Όπου στις φλέβες του κυλά του ποταμού της Λήθης το πράσινο νερό αντί για αίμα.

— Charles Baudelaire

Μετάφραση Στρατής Φάβρος

Peter Henry Emerson2
SPLEEN

Je suis comme le roi d’un pays pluvieux,
Riche, mais impuissant, jeune et pourtant très vieux,
Qui, de ses précepteurs méprisant les courbettes,
S’ennuie avec ses chiens comme avec d’autres bêtes.

Rien ne peut l’égayer, ni gibier, ni faucon,
Ni son peuple mourant en face du balcon.
Du bouffon favori la grotesque ballade
Ne distrait plus le front de ce cruel malade ;

Son lit fleurdelisé se transforme en tombeau,
Et les dames d’atour, pour qui tout prince est beau,
Ne savent plus trouver d’impudique toilette
Pour tirer un souris de ce jeune squelette.

Le savant qui lui fait de l’or n’a jamais pu
De son être extirper l’élément corrompu,
Et dans ces bains de sang qui des Romains nous viennent,
Et dont sur leurs vieux jours les puissants se souviennent,
Il n’a su réchauffer ce cadavre hébété
Où coule au lieu de sang l’eau verte du Léthé.
— Charles Baudelaire

http://www.sarantakos.com/language/par-spleen.html

dancing dryades

Είμαι σαν κάποιο βασιλιά σε μια σκοτεινή χώρα,
πλούσιον, αλλά χωρίς ισχύ, νέον, αλλά από τώρα
γέρο, που τους παιδαγωγούς φεύγει, περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει ματαιοπονεί

μ’ όσες μπαλάντες απαγγέλλει ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες, που είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει, πως πολύ πολύ τον αγαπούν,

ούτε η αγέλη των σκυλιών, οι ιέρακες, το κυνήγι,
ούτε ο λαός, προστρέχοντας, η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του, κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο, σέρνεται σκελετός.

Χρυσάφι κι αν του φτιάχνουν οι σοφοί, δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά, τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα σ’ αυτό το πτώμα που έχει
μόνο της Λήθης το νερό στις φλέβες του και τρέχει.

Μετάφραση: Κώστας Καρυωτάκης.

© Christian Coigny

[Christian Coigny]

Είμαι σαν το βασιλιά χώρας βροχερής,
Πλούσιος, αλλά ανίσχυρος, νέος κι όμως γέρος,
Που, τις υποκλίσεις των παιδαγωγών του περιφρονεί,
Ανία νιώθει με τους σκύλους του καθώς και με τ’ άλλα ζώα.
Τίποτε να τον φαιδρύνει δεν μπορεί, μήτε κυνήγι, μήτε γεράκι,
Μήτε ο λαός που μπροστά στο μπαλκόνι του πεθαίνει.
Του ευνοούμενου γελωτοποιού το γκροτέσκο τραγούδι
Δεν τέρπει πια το μέτωπο του σκληρού ασθενή·
Η κρινοκέντητη κλίνη του μεταμορφώνεται σε μνήμα,
Οι κυρίες της αυλής, που ΄λατρεύουν κάθε πρίγκηπα,
Δεν μπορούν να βρουν τολμηρές φορεσιές
Για να κερδίσουν ένα χαμόγελο απ’ το νεαρό σκελετό.
Χρυσάφι κι αν φτιάχνει ο σοφός ποτέ δεν μπόρεσε
Ν’ αφαιρέσει απ’ το είναι του τη χαλασμένη ύλη,
Μήτε μες σ’ αυτά τα αιμάτινα ρωμαϊκά λουτρά
Που οι ηγεμόνες στη γεροντική ηλικία θυμούνται,
Μπόρεσε να ξαναζεστάνει αυτό το ηλίθιο κουφάρι
Όπου αντί για αίμα στις φλέβες του κυλά
Του ποταμού της Λήθης το πράσινο νερό.

Μετάφραση Δέσπω Καρούσου, εκδόσεις Γκοβόστης

——————————————————————

I’m like the King of some damp, rainy clime,
Grown impotent and old before my time,
Who scorns the bows and scrapings of his teachers
And bores himself with hounds and all such creatures.
Naught can amuse him, falcon, steed, or chase:
No, not the mortal plight of his whole race
Dying before his balcony. The tune,
Sung to this tyrant by his pet buffoon,
Irks him. His couch seems far more like a grave.
Even the girls, for whom all kings seem brave,
Can think no toilet up, nor shameless rig,
To draw a smirk from this funereal prig.
The sage who makes him gold, could never find
The baser element that rots his mind.
Even those blood-baths the old Romans knew
And later thugs have imitated too,
Can’t warm this skeleton to deeds of slaughter,
Whose only blood is Lethe’s cold, green water.

— Roy Campbell, Poems of Baudelaire (New York: Pantheon Books, 1952)

———————————————————————————————

Spleen

I’m like the king of a rain-country, rich
but sterile, young but with an old wolf’s itch,
one who escapes his tutor’s monologues,
and kills the day in boredom with his dogs;
nothing cheers him, darts, tennis, falconry,
his people dying by the balcony;
the bawdry of the pet hermaphrodite
no longer gets him through a single night;
his bed of fleur-de-lys becomes a tomb;
even the ladies of the court, for whom
all kings are beautiful, cannot put on
shameful enough dresses for this skeleton;
the scholar who makes his gold cannot invent
washes to cleanse the poisoned element;
even in baths of blood, Rome’s legacy,
our tyrants’ solace in senility,
he cannot warm up his shot corpse, whose food
is syrup-green Lethean ooze, not blood.

— Robert Lowell, from Marthiel & Jackson Matthews,

http://www.ubu.com/ubu/moore_spleen.html

Advertisements