Το Ερωτικό Τραγούδι του Ι. Άλφρεντ Προύφροκ

Τ.Σ.Έλιοτ

The Love Song of J. Alfred Prufrock


S`io credesse che mia risposta fosse
A persona che mai tornasse al mondo,
Questa fiamma staria senza piu scosse.
Ma perciocchè giammai di questo fondo
Non tornò vivo alcun, s’i’odo il vero,
Senza tema d’infamia ti rispondo
Dante Inferno (XXVII, 61-66)

« Εάν πίστευα ότι η απάντησή μου δίνεται
σε κάποιο πρόσωπο που ίσως γυρνούσε στον κόσμο,
αυτή η φλεγόμενη γλώσσα θα σταματούσε να τρεμοπαίζει
Αλλά αφού, από εκείνα τα βάθη, κανείς δεν έχει
ακόμη επιστρέψει ζωντανός, εάν αυτά που ακούω είναι αληθή,
Χωρίς φόβο δυσφήμησης απαντώ»

Δάντης Κόλαση (XXVΙΙ,61-66) Μετάφραση Στρατής Φάβρος

Aς πάμε λοιπόν, Εσύ και εγώ,
Την ώρα που η βραδιά απλώνεται στη θέση τ’ ουρανού
Σαν ασθενής ναρκωμένος από αιθέρα επάνω σε τραπέζι,
Ας περπατήσουμε, μέσα από κάποιους μισό- ερειπωμένους δρόμους,
Οι υποχωρήσεις των ψιθυρισμών,
Των νυχτών δίχως στάση σε μιας βραδιάς φτηνά ξενοδοχεία
Σε εστιατόρια στρωμένα πριονίδι και όστρακα στρειδιών:
Δρόμοι που συνεχίζουν σαν βαρετό επιχείρημα
Ανεξιχνίαστων προθέσεων
Για να σε οδηγήσουν σε μιαν ερώτηση που σύγχυση υπέρτερη γεννά ..….
Ω, μη ρωτάς , «Ποια είναι αυτή;»
Ας πάμε να κάνουμε την επίσκεψη μας.

Στο Δωμάτιο οι γυναίκες πηγαίνουν και έρχονται
Συζητώντας για τον Μικελάντζελο.

Η κίτρινη ομίχλη που τρίβει την πλάτη της στα παραθυρόφυλλα,
Ο κίτρινος καπνός που τρίβει τη μουσούδα του στα παραθυρόφυλλα
Γλίστρησε τη γλώσσα του στις γωνίες του βραδινού,
Αιωρήθηκε αργά πάνω απ’ τις λίμνες που στέκονται στις αποχετεύσεις
του δρόμου,
Φορτώθηκε στην πλάτη του το καυσαέριο που πέφτει από τις καμινάδες,
Λικνίστηκε στη βεράντα, έκανε ένα άξαφνο άλμα,
Και βλέποντας ότι ήταν μιαν απαλή νυχτιά του Οκτώβρη,
Κουλουριάστηκε μια φορά γύρω από το σπίτι, κι αποκοιμήθηκε.

Και πράγματι θα υπάρχει χρόνος
Για τον κίτρινο καπνό που γλιστρά στη γραμμή του δρόμου,
Τρίβοντας την πλάτη του στα παραθυρόφυλλα,
Θα υπάρχει χρόνος, Θα υπάρχει χρόνος,
Να ετοιμάσεις ένα πρόσωπο για να συναντήσεις τα πρόσωπα που συναντάς,
Θα υπάρχει χρόνος για να δολοφονήσεις και να δημιουργήσεις,
Και χρόνος για όλα τα έργα και τις ημέρες των χεριών,
Που σηκώνουν και πετούν μιαν ερώτηση στο πιάτο σου,
Χρόνος για σένα και χρόνος για μένα,
Και χρόνος ακόμη
για εκατό διλλήματα, και για εκατό θεωρήσεις
Kαι αναθεωρήσεις,
Πριν την ώρα του τοστ και του τσαγιού.

Στο Δωμάτιο οι γυναίκες πηγαίνουν και έρχονται
Συζητώντας για τον Μικελάντζελο.

Και πράγματι θα υπάρχει χρόνος
Για να αναρωτηθώ, «Τολμώ»; και, «Τολμώ»;
Χρόνος να γυρίσω πίσω και τη σκάλα να κατεβώ,
Με ένα φαλακρό σημείο στη μέση του κεφαλιού μου—
( Θα πουν : «Πώς αδυνατίζουν τα μαλλιά του!»)
Το πρωινό μου παλτό, το κολάρο μου που στο πηγούνι μου σκαρφαλώνει σφιχτά,
Η γραβάτα μου πλούσια και μετριόφρων, αλλά δηλούμενη από μια καρφίτσα απλή—( Θα πουν : «Πόσο τα χέρια και τα πόδια του είναι αδύνατα!»)
Τολμώ να
Ενοχλήσω το Σύμπαν ;
Σε ένα λεπτό υπάρχει χρόνος για αποφάσεις και αναθεωρήσεις που ένα λεπτό θα αντιστρέψει.

Γιατί τα έχω όλα ήδη γνωρίσει, τα γνώρισα όλα:
Έχω γνωρίσει τα βράδια, τα πρωινά, τα απογεύματα,
Σε κουταλάκια του καφέ μέτρησα τη ζωή,
Γνωρίζω τις φωνές που σβήνουν σε μια θνήσκουσα πτώση,
κάτω από τη μουσική από ένα μακρινό δωμάτιο
Έτσι λοιπόν πως θα έπρεπε να υποθέσω;

Και έχω ήδη γνωρίσει τα μάτια, τα γνώρισα όλα
Τα μάτια που σε καθορίζουν σε μια τυποποιημένη φράση,
Και καθώς τυποποιήθηκα, απλωμένος σε μια καρφίτσα
Καθώς με καρφίτσωσαν και σφαδάζω στον τοίχο
Τότε πως πρέπει να ξεκινήσω
Nα εξακοντίζω τα χονδροειδή απομεινάρια των ημερών μου και των τρόπων μου,
Και πως θα έπρεπε να υποθέσω;

Και έχω ήδη λοιπόν γνωρίσει τα χέρια, τα γνώρισα όλα
Χέρια που φορούν βραχιόλια, και χέρια λευκά και γυμνά
(Αλλά στο αχνό φως της λάμπας, καθώς εξασθενεί από μαλλιά καστανά !)
Είναι το άρωμα από κάποιο φόρεμα
Που με κάνει να ξεμακραίνω τόσο;
Χέρια που απλώνονται σε ένα τραπέζι η τυλίγονται από μιαν εσάρπα.
Και θα έπρεπε τότε να υποθέσω;
Και πως θα έπρεπε να ξεκινήσω;

Μήπως θα πω, πως περιηγήθηκα στο σούρουπο μέσα από δρόμους στενούς
Και παρακολούθησα τον καπνό που ανασηκώνεται από τις πίπες
Μοναχικών ανδρών που φορούσαν πουκάμισα, και έγερναν από παράθυρα;

Θα έπρεπε να ήμουν ένα ζευγάρι φαγωμένες δαγκάνες
Που κείτονταν στους βυθούς σιωπηλών θαλασσών.

Και το απόγευμα, το βράδυ, κοιμάται τόσο ειρηνικά!
Καθώς λειαίνεται από μακριά δάχτυλα
Κοιμισμένο…κουρασμένο …. η προσποιούμενο ασθένεια
Απλωμένο επάνω στο πάτωμα, εδώ δίπλα σε σένα και σε μένα.
Θα έπρεπε, μετά το τσάι και το κέικ και τα ζαχαρωτά,
Να έχω τη δύναμη στην κρίση της τη στιγμή να κατευθύνω;
Αλλά ενώ δάκρυσα και νήστευσα, δάκρυσα και προσευχήθηκα
Και ενώ είδα το κεφάλι μου (καθώς ελαφρώς αραίωνε) να έρχεται επί πινακίου
Δεν είμαι προφήτης- και δεν υπάρχει σε αυτό κάποιο ζήτημα σπουδαίο
Έχω δει τη στιγμή του μεγαλείου μου να αχνοσβήνει
Και είδα τον Αιώνιο [ καταχθόνιο] Υπηρέτη να μου κρατά το παλτό, και να ξεσπά σε γέλιο πνιχτό
Και κοντολογίς, φοβήθηκα.

Και θα ήταν άξιό του , μετά απ’ όλα,
Μετά τα φλιτζάνια, τη μαρμελάδα και το τσάι,
Ανάμεσα στις πορσελάνες, κι ανάμεσα
σε κάποια μας κουβέντα εσένα και εμένα
Θα ήταν άξιό του λίγο,
Να έχουμε καταπιεί το ζήτημα με ένα χαμόγελο,
Να είχαμε συμπυκνώσει το σύμπαν σε μια μπάλα,
Να την έχουμε κυλίσει προς μιαν απάντηση που σύγχυση απόλυτη γεννά,
Να πω : « Είμαι Ο Λάζαρος, ελθών εκ Νεκρών,
Ήρθα πίσω να στα πω όλα, Θα σου τα πω όλα »
Εάν κάποια, τακτοποιεί ένα μαξιλάρι στο κεφάλι της,
Θα έπρεπε να πει : « Δεν ήταν αυτό που εννοούσα καθόλου,
Δεν ήταν αυτό καθόλου»

Και θα ήταν άξιο του , μετά απ’ όλα,
Θα ήταν άξιο του καθόλου,
Μετά τα ηλιοβασιλέματα και τους αυλόγυρους και τους νοτισμένους δρόμους –
Μετά τις νουβέλες, μετά τα σερβίτσια του τσαγιού, μετά τις φούστες που αφήνουν τα ίχνη του δρόμου τους στο πάτωμα,
Και αυτό, και πόσα περισσότερα;
Είναι αδύνατον ακριβώς να πω τι εννοώ!
Αλλά σαν ένας μαγικός φανός να έριχνε τη μορφή του σε σχήματα σε μια οθόνη:
Θα ήταν άξιο του καθόλου,
Εάν κάποια, καθώς τακτοποιούσε ένα μαξιλάρι η πετούσε στον αέρα μιαν εσάρπα
Και γυρίζοντας προς το παράθυρο, θα έπρεπε να πει
«Δεν είναι καθόλου αυτό
Δεν ήταν αυτό που εννοούσα, καθόλου.»

Όχι! Δεν είμαι ο Πρίγκιπας Άμλετ, ούτε προοριζόμουν να είμαι,
Είμαι ένας εκ των Λόρδων της συνοδείας, ένας που θα χρησιμεύσει
Να φουσκώσει τη πρόοδο του έργου [να ταξιδέψει στη σκηνή], να ξεκινήσει μια σκηνή η δύο,
Να συμβουλέψει τον Πρίγκηπα, χρήσιμο δίχως αμφιβολία εργαλείο,
Διαφοροποιημένο, που χρησιμοποιείται, ευτυχές,
Πολιτικός, Προσεκτικός και ενδελεχής,
Με λόγο μεστό αφορισμών, αλλά λίγο αμβλύνους;
Κατά καιρούς, πράγματι σχεδόν γελοίος,—-
Σχεδόν, κατά καιρούς, Ο Τρελός.

Γερνώ….. Γερνώ….

Θα γυρίσω των παντελονιών μου τα ρεβέρ.
Να χτενίσω τα μαλλιά μου προς τα πίσω; Τολμώ να φάω ένα ροδάκινο;
Θα φοράω άσπρα φανελένια παντελόνια, και θα κάνω βόλτα στη παραλία.
Έχω ακούσει τις γοργόνες να τραγουδούν, η μία στην άλλη.

Δεν νομίζω ότι θα τραγουδήσουν σε μένα.

Τις έχω δει να ανοίγονται στο πέλαγο τα κύματα καβαλώντας
Χτενίζοντας τα άσπρα μαλλιά των κυμάτων που ξεχύνονται πίσω
Όταν ο άνεμος σκιρτάει το νερό σ’ άσπρο και μαύρο.

Στης θάλασσας τα Δώματα καιρό κρατηθήκαμε
Από θαλασσό-κόριτσα τυλιγμένα με άλγη κόκκινα και καφετιά
Ώσπου ανθρώπινες φωνές να μας ξυπνήσουν, και να πνιγούμε.

Μετάφραση, Στρατής Φάβρος

The Love-Song of J. Alfred Prufrock

By T.S. Eliot

 

S`io credesse che mia risposta fosse
A persona che mai tornasse al mondo,
Questa fiamma staria senza piu scosse.
Ma perciocchè giammai di questo fondo
Non tornò vivo alcun, s’i’odo il vero,
Senza tema d’infamia ti rispondo
Dante Inferno (XXVII, 61-66)

 


Let us go then, you and I,
When the evening is spread out against the sky
Like a patient etherized upon a table;
Let us go, through certain half-deserted streets,
The muttering retreats
Of restless nights in one-night cheap hotels
And sawdust restaurants with oyster-shells:
Streets that follow like a tedious argument
Of insidious intent
To lead you to an overwhelming question. . .                               10
Oh, do not ask, «What is it?»
Let us go and make our visit.

In the room the women come and go
Talking of Michelangelo.

The yellow fog that rubs its back upon the window-panes
The yellow smoke that rubs its muzzle on the window-panes
Licked its tongue into the corners of the evening
Lingered upon the pools that stand in drains,
Let fall upon its back the soot that falls from chimneys,
Slipped by the terrace, made a sudden leap,                               20
And seeing that it was a soft October night
Curled once about the house, and fell asleep.

And indeed there will be time
For the yellow smoke that slides along the street,
Rubbing its back upon the window-panes;
There will be time, there will be time
To prepare a face to meet the faces that you meet;
There will be time to murder and create,
And time for all the works and days of hands
That lift and drop a question on your plate;                                30
Time for you and time for me,
And time yet for a hundred indecisions
And for a hundred visions and revisions
Before the taking of a toast and tea.

In the room the women come and go
Talking of Michelangelo.

And indeed there will be time
To wonder, «Do I dare?» and, «Do I dare?»
Time to turn back and descend the stair,
With a bald spot in the middle of my hair—                               40
[They will say: «How his hair is growing thin!»]
My morning coat, my collar mounting firmly to the chin,
My necktie rich and modest, but asserted by a simple pin—
[They will say: «But how his arms and legs are thin!»]
Do I dare
Disturb the universe?
In a minute there is time
For decisions and revisions which a minute will reverse.

For I have known them all already, known them all;
Have known the evenings, mornings, afternoons,                       50
I have measured out my life with coffee spoons;
I know the voices dying with a dying fall
Beneath the music from a farther room.
So how should I presume?

And I have known the eyes already, known them all—
The eyes that fix you in a formulated phrase,
And when I am formulated, sprawling on a pin,
When I am pinned and wriggling on the wall,
Then how should I begin
To spit out all the butt-ends of my days and ways?                    60
And how should I presume?

And I have known the arms already, known them all—
Arms that are braceleted and white and bare
[But in the lamplight, downed with light brown hair!]
Is it perfume from a dress
That makes me so digress?
Arms that lie along a table, or wrap about a shawl.
And should I then presume?
And how should I begin?
.     .     .     .     .

Shall I say, I have gone at dusk through narrow streets              70
And watched the smoke that rises from the pipes
Of lonely men in shirt-sleeves, leaning out of windows? . . .

I should have been a pair of ragged claws
Scuttling across the floors of silent seas.
.     .     .     .     .

And the afternoon, the evening, sleeps so peacefully!
Smoothed by long fingers,
Asleep . . . tired . . . or it malingers,
Stretched on the floor, here beside you and me.
Should I, after tea and cakes and ices,
Have the strength to force the moment to its crisis?                  80
But though I have wept and fasted, wept and prayed,
Though I have seen my head (grown slightly bald) brought in upon a platter,
I am no prophet–and here’s no great matter;
I have seen the moment of my greatness flicker,
And I have seen the eternal Footman hold my coat, and snicker,
And in short, I was afraid.

And would it have been worth it, after all,
After the cups, the marmalade, the tea,
Among the porcelain, among some talk of you and me,
Would it have been worth while,                                             90
To have bitten off the matter with a smile,
To have squeezed the universe into a ball
To roll it toward some overwhelming question,
To say: «I am Lazarus, come from the dead,
Come back to tell you all, I shall tell you all»
If one, settling a pillow by her head,
Should say, «That is not what I meant at all.
That is not it, at all.»

And would it have been worth it, after all,
Would it have been worth while,                                           100
After the sunsets and the dooryards and the sprinkled streets,
After the novels, after the teacups, after the skirts that trail along the floor—
And this, and so much more?—
It is impossible to say just what I mean!
But as if a magic lantern threw the nerves in patterns on a screen:
Would it have been worth while
If one, settling a pillow or throwing off a shawl,
And turning toward the window, should say:
«That is not it at all,
That is not what I meant, at all.»                                          110
.     .     .     .     .

No! I am not Prince Hamlet, nor was meant to be;
Am an attendant lord, one that will do
To swell a progress, start a scene or two
Advise the prince; no doubt, an easy tool,
Deferential, glad to be of use,
Politic, cautious, and meticulous;
Full of high sentence, but a bit obtuse;
At times, indeed, almost ridiculous—
Almost, at times, the Fool.

I grow old . . . I grow old . . .                                              120
I shall wear the bottoms of my trousers rolled.

Shall I part my hair behind? Do I dare to eat a peach?
I shall wear white flannel trousers, and walk upon the beach.
I have heard the mermaids singing, each to each.

I do not think they will sing to me.

I have seen them riding seaward on the waves
Combing the white hair of the waves blown back
When the wind blows the water white and black.

We have lingered in the chambers of the sea
By sea-girls wreathed with seaweed red and brown               130
Till human voices wake us, and we drown.

[1915]

http://people.virginia.edu/~sfr/enam312/prufrock.html

http://www.youtube.com/watch?v=JAO3QTU4PzY

Fulvio Roiter

Advertisements